Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 496, Μάιος 2009


Η νέα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πορεία της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας κατά την τελευταία εικοσαετία, μετά την Πτώση του Τείχους δηλαδή, αποτελεί το αντικείμενο του εξαιρετικού μηνιάτικου αφιερώματος. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της σαφώς αφορά τα βιώματα των πρώην Ανατολικογερμανών πριν και μετά την επανένωση. Ποιοι συγγραφείς κατάφεραν να μυθοπλάσουν την νέα κατάσταση, ποιοι επιμένουν στην ατομική ή συλλογική ευθύνη, ποια βιβλία μίλησαν ανοιχτά για τραύματα ή συμβιβασμούς; Τι συνεχίζουν να γράφουν οι προηγούμενες γενιές, οι άλλοτε ριζοσπάστες της γραφής; Πώς χειρίστηκαν το θέμα οι γνωστοί μας Χάινερ Μύλερ, Κρίστα Βολφ, Ίνγκο Σούλτσε και τι προσθέτουν οι νέες τάσεις, όπως η «Ποπ 2» ή οι εκεί μετανάστες συγγραφείς ή οι τρεις «καταραμένοι» πρωτοπόροι Vesper, Brinkmann, Kippenberger; Εκτός από τρία χορταστικά κείμενα, οι νεαρές κυρίες Σιμπίλε Μπεργκ και Τζέννυ Έρπενμπεκ, φρέσκο αίμα της γερμανικής λογοτεχνίας αλλά και ο «παλιός» Μάρτιν Βάλζερ απαντούν σε σχετικές ερωτήσεις.

Ένα δεύτερο άβατο κι αγκαθωτό χωράφι εξερευνάται στον φάκελο «Νεότερη ελληνική ιστορία και ιστοριογραφία». Με ποιους νέους οδηγούς επιτέλους μπορούμε να «διαβάσουμε» το 1821; Για ποιους λόγους παρατηρούμε ερευνητική αποσιώπηση της περιόδου; Ποιες εκδόσεις έχουν ανοιχτεί σε απάτητα χωράφια; Ποια νέα βιβλία είδαν με άλλα βλέμματα τις θανατηφόρες περιόδους του μεσοπολέμου και του εμφυλίου; Στις πίσω σελίδες, ο Barry Kitson, δοσμένος ολοκληρωτικά στα κόμικς της Marvel. Να δούμε κι αυτός τι νέο θα κομίσει στην αυτοκρατορία τους.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Bernhard Schlink - Το Σαββατοκύριακο


Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός - στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245.
Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 546, 3/4/2009