Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Éric Westphal – Εσύ και τα σύννεφά σου

Αγγέλων Βήμα

Η συνείδηση που μας έδωσαν κυλάει στο πετσί μας σαν καυστικό δηλητήριο.

Η «περι-γραφή» της ψυχοπάθειας και της τρέλας έχει σαφώς διαγράψει πολλαπλές τροχιές στην λογοτεχνική – θεατρική σφαίρα, σε σημείο να αντιμετωπίζει, πλέον, ως θέμα, συγκρίσεις και κορεσμούς. Όμως υπάρχουν πάντα χαραμάδες για νέους φωτισμούς στο σκοτεινό της κόσμο και πίσω από μια ακόμα στήθηκε ο Westphal: την οικιακή της περίφραξη, την προστασία του «συννεφιασμένου» από ένα αγαπημένο πρόσωπο, την αφοσίωση σε μια τραυματισμένη ψυχή (που βγάζει σύνολο δύο τραυματισμένες ψυχές) με κάθε τίμημα. Εν τέλει την επιθυμία για όσο το δυνατό πιο «κανονική» ζωή, που όμως κόβεται βίαια από τα τρομερά κεραυνοειδή ξεσπάσματα της ασθένειας.

Δυο ώριμες αδελφές ζουν απομονωμένες, σχεδόν έγκλειστες στο πατρικό σπίτι. Στα πρώτα λεπτά παρακολουθούμε την μικρότερη Αντέλα να επιστρέφει σπίτι απ’ τα ψώνια, μεταφέροντας στην Ερνεστίνα τα φευγαλέα «νέα» του έξω κόσμου. Εκείνη χαράζει την πραγματικότητα με έξυπνες, κοφτερές φράσεις. Ακόμα κι όταν αναφέρεται στο μυθιστόρημα που διαβάζει: Αν ο ήρωας δεν ξέρει τι θέλει, πώς εγώ να βγάλω συμπέρασμα; Μοναδική τους κοινωνική επαφή και φίλος του αποθανόντος ζωολόγου πατρός (που όσο ζούσε κανόνιζε τα πάντα αλλά απέφευγε το ουσιώδες) είναι ο Ζομπρόβιτς, που σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πως προμηθεύει κάθε φορά την Ερνεστίνα με έναν πίθηκο από τα εργαστήριά του. Εξίσου κλιμακωτά αποκαλύπτεται η ζοφερή οικιακή συνθήκη: η διασαλευμένη αδελφή (που όμως έχει διαλείψεις εκπληκτικής διαύγειας, ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο;) χρησιμοποιεί το άτυχο ζώο για να ασκεί εξουσία και όταν εκείνο δεν υπακούσει ξεσπάει πάνω του μοιραία και μέχρι να πάρει σειρά ο επόμενος. Όταν όμως σταματήσει η ενοχική τροφοδοσία, τότε ένας ανυποψίαστος περιοδεύων πλασιέ κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση τους.

Με τα ίδια κρίσιμα εκρήγματα χαρακώνεται και η σχέση των δύο γυναικών. Για την Αντέλα η Ερνεστίνα υπήρξε το μόνο σημαντικό πράγμα της ζωής της. Απαρνήθηκε τα πάντα για να βρίσκεται δίπλα της κι έμεινε κι εκείνη αφίλητη, αχάιδευτη, αφλέρτιστη, αταξίδευτη και ανεπάγγελτη. «Αγία της μοναξιάς» που δεν επιθυμεί επιβεβαίωση, αλλά ούτε και τις ανελέητες ειρωνείες και την σκληρότητα με την οποία την διαποτίζει στις κρίσεις της. «Ιδού η θυσιαζόμενη Αντέλα, άξια του παραδείσου ή ένας ακόμα ρόλος για να γεμίσει η ζωή της» λέει η μία, «Μήπως η χαριτωμένη τρέλα σου είναι πλαστή, ένα παιχνίδι, μια μάσκα;» απαντά η άλλη, σε μια αντίστροφη Baby Jane σχέση, όπου οι δυο πρωταγωνίστριες ηθοποιούν ιδανικά.

Η τρίτη κατά σειρά παραγωγή του σχήματος «Αγγέλων Βήμα» αποτελεί ένα ακόμη δύσκολο εγχείρημα: ένα κείμενο είναι σκληρό από τη μία, ποιητικό από την άλλη, δραματικό από την τρίτη, ανέλπιστα κωμικό σε σημεία, σαν κλινικό πείραμα με ανθρώπους ενίοτε, σαν παιδικό παιχνίδι ακόμα, τρομακτικό στο βάθος του, κι ας μένει εφιαλτική κάμαρα των πιθήκων κλειστή στην άκρη της σκηνής, κι ας ανάβουν τα φώτα κάθε φορά αφού η βία έχει ξεσπάσει και δεν διακρίνεται τίποτα, γιατί όταν έρχονται τα σύννεφα, η καταιγίδα συχνά είναι βουβή και αξέσπαστη, αλλά πάντα τραγική. Γιατί σε τέτοιες βαθύτατα αιμοδεσμικές σχέσεις, η αγάπη γίνεται σαρκοφάγα και η όποια αυτοθυσιαζόμενη ύπαρξη κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση του πειραματόζωου.

Σκηνοθ. – σκην. – κοστ.: Κοραής Δαμάτης, μτφ.: Χαρά Μπακονικόλα, μουσ.: Χρίστος Θεοδώρου. Παίζουν: Αντιγόνη Βαλάκου, Σμαράγδα Σμυρναίου, Αντώνης Θεοδωρακόπουλος, Δημήτρης Μπικηρόπουλος. / Αγγέλων Βήμα, Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια /Τετ. και Κυρ.: 19:15, Πέμ. – Παρ.: 21:15, Σάβ. 18:15 και 21:15.

Πρώτη δημοσίευση: www.mic.gr

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Αλεξέι Αρμπούζωφ - Φθινοπωρινή Ιστορία


Θέατρο Άλμα

Θα θυμόμαστε ότι κάποτε μας αγάπησαν με πάθος.
Να ξεκινήσω από τον συγγραφέα ή τον ηθοποιό; Ας αφήσω για λίγο στην άκρη τον πρώτο να ησυχάζει στα ράφια ή να ξυπνάει στις πρόβες κι ας αρχίσω μ’ αυτόν τον Υποκριτή και Υποκρινόμενο. Αναρωτιέμαι για πόσο καιρό ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος θα καταλαμβάνει ολόκληρη την σκηνή και θα αιχμαλωτίζει την προσοχή όλων απλά και μόνο με την παρουσία του. Χωρίς να θέλεις να χάσεις ούτε ρυτίδα, ούτε βλέμμα, ούτε συλλαβή.

Σ’ ένα παραλιακό θεραπευτήριο συναντιούνται στις αρχές του φθινοπώρου (της χρονιάς και της ζωής τους) ο χειρούργος και διευθυντής του ιδρύματος και η φιλοξενούμενη Λύντια, τέως νουμερίστα και νυν ταμίας τσίρκου σε τσίρκο συναντιούνται στις αρχές Εκείνος ζει κλεισμένος στον εαυτό του, αρκούμενος στην ορθή λειτουργία του αναπαυτηρίου – «σανατορίου», εκείνη παραβαίνει κατ’ εξακολούθηση τους κανονισμούς συνεπώς οι μοναχικές τροχιές τους οδηγούνται σε ευθεία μετωπική. Κάπως έτσι ξεκινάει μια σειρά επιθετικών διαλόγων που σταδιακά καταλαγιάζουν σε ένα συνεχές παιχνίδι δράσης – αντίδρασης κι έλξης – απώθησης. Οι τροχιές τώρα στροβιλίζουν η μία γύρω απ’ την άλλη.

Το αντιφατικό ντουέτο συναντιέται μέσω ενός συνεχούς διαλόγου, με λέξεις που αφήνουν κενά και υπονοούν περισσότερα. Αυτός απορεί πώς ταιριάζει στο μυαλό της τόσο παράταιρα πράγματα, εκείνη ξαφνικά νοιώθει την επιθυμία να ακούσει να προφέρουν το όνομά της. Εκείνος παραδέχεται Θα μ’ άρεσε να δω ένα τσίρκο, εκείνη: Τώρα τελευταία νοιώθω την ανάγκη να θυμηθώ όλα τα ονόματα που γνώριζα κάποτε και να μην τα ξεχάσω πια. Κι οι δυο ομολογούν πως κάποτε μισούσαν τις ομπρέλες, ενώ τώρα και την ομπρέλα θέλουν και την βροχή φοβούνται. Η εξωστρέφειά της εφάπτεται της ερμητικότητάς του και σ’ αυτή τη διαλεκτική του ησυχαστηρίου, η ερωτική συνύπαρξη είναι αναγκαιότερη από την συνεύρεσης, και το αίσθημα υπερτερεί του έρωτα.

Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ, ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της Μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης που το έργο τους έχει ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας τους, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μόσχα κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στη Γιάλτα. Αυτό εδώ, Μια παλαιομοδίτικη κωμωδία, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, ήταν και το τελευταίο του (1975). Ορθά ο Ερρίκος Μπελιές στο σημείωμά του ανιχνεύει την καταγωγή του στη γραμμή των Τσέχωφ, Οστρόφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι, Γκριμπογιέντοφ, Κατάγιεφ, Έρντμαν.

Καθώς η κολεκτιβοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ισοπεδώσει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, καθημερινότητας και διαπροσωπικών σχέσεων, οι δυο συζητητές έχοντας βιώσει εκείνο το καθεστώς προσπαθούν από τη μια να διατηρήσουν το τείχος που έχουν μάθει να χτίζουν γύρω τους αλλά και να σκάψουν ανοίγματα προς την θέα του άλλου. Όμως οι αποστάσεις που κράτησε ο Αρμπούζωφ [1908-1986, βλ. ακόμα Τάνια και Καημένε μου Μάρικ] από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η εμμονή στα αιώνια θέματα εξάπλωσε τα έργα του πέρα και μετά τον Σοβιετικό Κόσμο.

Απόψε η ζωή μού φάνηκε αλλιώτικη. Τόσο ο Γ. Μιχαλακόπουλος όσο και η Κατερίνα Μαραγκού είναι υπεράνω κριτικής, σε αυτή την δίδυμη ψυχογραφία αντιηρώων που δεν έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία να τρέξουν ως τα όρια της προσωπικής ευτυχίας, ακόμα και τώρα που ο χρόνος μοιάζει μικρός, που γνωρίζουν καλά πως η συμπληρωματική παρουσία του άλλου αποτελεί απαραίτητο συνοδηγό. Γι’ αυτό και ο κήπος του ησυχαστηρίου, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο, οι παλιές γειτονιές της Ρίγα, ακόμα και οι τάφοι αγαπημένων προσώπων γίνονται σκηνή για «μια αποχαιρετιστήρια θριαμβική παράσταση» ή και το πρελούδιο μιας ακόμα!

Μνεία στο άρτιο (και αισθητικά) πρόγραμμα της παράστασης, με χρονολόγιο και παλαιότερη συζήτηση με τον συγγραφέα, παραστασιογραφία στις ελληνικές σκηνές, αποσπάσματα κριτικών, κείμενα για το σοβιετικό δράμα την δεκαετία του ’70 και τις σχέσεις ελληνικής και σοβιετικής δραματουργίας.

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού. Απόδοση: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην. – κουστ.: Γιώργος Πάτσας, μουσ. Ευανθία Ρεμπούτσικα. Θέατρο Άλμα, Κεντρική Σκηνή, Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17, Ομόνοια, 210-5220100.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.


Δάφνη Ντι Μωριέ - Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη


Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ - στο κορυφαίο Not After Midnight (Don't Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης - Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς - της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/

Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή


Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι - γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120' / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα


Θέατρο εργαστήρι Μαύρη Σφαίρα

Το κεφάλι μου και τα χέρια μου είναι γεμάτα μάτια αν θέλω να δω τόσο άσχημα πράγματα.

Το σπίτι της χήρας Μπερνάρντα Άλμπα ζει μέσα στο απόλυτο πένθος. Ο θάνατος του Πατέρα Αφέντη σηματοδοτεί την εγκαθίδρυση της εξουσίας της πάνω στις πέντε κόρες, ορίζοντας απερίφραστα οκτάχρονο θρήνο: ο αέρας του δρόμου να μην μπει στο σπίτι. Οι Αγκούστιας, Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο, Αδέλα βιώνουν η καθεμία χωριστά τον εγκλεισμό και την στέρηση της επαφής με το άλλο φύλο. Μόνη τους διέξοδος οι ανακυκλωτικές συζητήσεις, ανάμεσα σε σκληρές κακεντρέχειες και αναζωογονητικά κουτσομπολιά. Με το ζοφερό κλίμα έχουν συμβιβαστεί η οικονόμος Πόνθια και η μητέρα της Μπερνάντα Μαρία Χοσέφα.

Το τελευταίο έργο που έγραψε ο Λόρκα (1936, παράστ. 1945, τρίτο μέρος της τριλογίας της Ισπανικής Υπαίθρου μαζί με τη Γέρμα και τον Ματωμένο Γάμο) μοιάζει να αντικαθρεφτίζει τις δυο όψεις του φρανκικού καθεστώτος: ο τύρρανος, οι υποταγμένοι, οι ανυπότακτοι. Στους τελευταίους ανήκει μόνο η Αδέλα, που αρνείται να προσφέρει τη νεότητά της σφάγιο στις κοινωνικές συμβάσεις και απειλεί να βγει στο δρόμο με το πράσινο φόρεμά της. Πάνω απ’ όλα όμως επιθυμεί και την σωματική της ελευθερία και την παράδοση στον έρωτα του Πέπε Ρομάνο, κρυφού ποθητού υποκειμένου για τις αδελφές και δόλιου μνηστήρα της κληρονόμου (μεγαλύτερης) κόρης. Ο Ρομάνο, όπως και κάθε άλλος ανδρικός χαρακτήρας υπάρχει μόνο δια της σκηνικής του απουσίας.

Εδώ δεν υπάρχει η σπαρακτικά ωραία φύση της ποίησης του Λόρκα – οι περίκλειστες αυτές υπάρξεις κινούνται σ’ έναν μαύρο, ημιφωτισμένο χώρο, ένα α-τοπο που εκφράζεται ιδανικά στον underground χώρο της Μαύρης Σφαίρας που λειτουργούσε ως καταφύγιο πολέμου στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής και διαμορφώθηκε το 2002 σε μικρό 25θέσιο θεατράκι αφήνοντας ανέπαφα τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά. Έξω από το σπίτι βρίσκεται ο κόσμος, οι ποθητοί άντρες, οι δυνάστες άντρες, ένα χωρίς ποτάμι ανδαλουσιανό χωριό, όπου τα πάντα ρυθμίζονται από την αγωνία της υπόληψης και τον τρόμο της κακογλωσσιάς.

Οι κόρες ετοιμάζονται να αλληλοσπαραχθούν, η σκληρή Μπερνάρντα ρίχνει στα μάτια της την στάχτη της περηφάνιας και επιβάλλει τον απόλυτο κανόνα: Ό,τι έχει ο καθένας μέσα του ας το κρατά για λογαριασμό του, εγώ θέλω την υπόληψη του κόσμου. Οι κόρες ζούνε για να μαθαίνουν τις ζωές των άλλων, η Μαρτίριο σπαράσσεται από την επιθυμία να καταστρέψει τις ευτυχίες των άλλων, η Αδέλα αφήνεται στο δικό της duente. Υπάρχει δυνατή απόδραση από ετούτη τη Νέκυια, αλλά αυτή είναι ο ίδιος ο θάνατος. Η σκηνοθέτηση και οι ερμηνείες είναι μαγεμένες, με αριστοτεχνική απόδοση των τρυφερών και νευρωτικών υπάρξεων, των γυναικών με τα χαμηλωμένα μάτια, τις αλαφιασμένες ψυχές και την γλώσσα μαχαίρι.

Η μη επιχορηγούμενη Μαύρη Σφαίρα ιδρύθηκε από την Τότα Σακελλαρίου του Θεάτρου Τέχνης, αποτελείται από ομάδα συνεργατών θεατρολόγων και ηθοποιών, λειτουργεί από το 1993 σαν εργαστήριο Υποκριτικής και από το 2000 και σαν θεατρικός χώρος, παρουσιάζοντας ερευνητικές ματιές πάνω στην Καφκική Δίκη και στη Ελιοτική Ερημιά, συνδυασμό Σαρτρ, Ρεμπώ και Μπέκετ και τους Λεόντιο και Λένα του Μπύχνερ.

Μτφ. Νίκου Γκάτσου, σκηνοθεσία Τότα Σακελλαρίου, βοηθοί σκηνοθέτη: Βασίλης Αφεντούλης, Εφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Μάρδας, σκηνικά - κοστούμια Ισμήνη Καρυωτάκη. Ηθοποιοί: Τότα Σακελλαρίου, Αννα Μέγα, Εύη Σιδέρη, Σοφία Γκάτση, Καρολίνα Μωρέτη, Μαργαρίτα Λιάκου, Ράνια Σκέρτσου, Αθηνά Μαθιουδάκη, Μαρία Κακούρου, Στέλλα Βασίλα, Μαρίτα Λόλη, Κάντια Ηλιοπούλου. Πέμπτες έως και Σάββατα στις 9.30, μέχρι τις 15 Ιουνίου.

Δημοσίευση και σε: mic.gr

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα


Θέατρο εργαστήρι Μαύρη Σφαίρα

Το κεφάλι μου και τα χέρια μου είναι γεμάτα μάτια αν θέλω να δω τόσο άσχημα πράγματα.

Το σπίτι της χήρας Μπερνάρντα Άλμπα ζει μέσα στο απόλυτο πένθος. Ο θάνατος του Πατέρα Αφέντη σηματοδοτεί την εγκαθίδρυση της εξουσίας της πάνω στις πέντε κόρες, ορίζοντας απερίφραστα οκτάχρονο θρήνο: ο αέρας του δρόμου να μην μπει στο σπίτι. Οι Αγκούστιας, Μαγκνταλένα, Αμέλια, Μαρτίριο, Αδέλα βιώνουν η καθεμία χωριστά τον εγκλεισμό και την στέρηση της επαφής με το άλλο φύλο. Μόνη τους διέξοδος οι ανακυκλωτικές συζητήσεις, ανάμεσα σε σκληρές κακεντρέχειες και αναζωογονητικά κουτσομπολιά. Με το ζοφερό κλίμα έχουν συμβιβαστεί η οικονόμος Πόνθια και η μητέρα της Μπερνάντα Μαρία Χοσέφα.

Το τελευταίο έργο που έγραψε ο Λόρκα (1936, παράστ. 1945, τρίτο μέρος της τριλογίας της Ισπανικής Υπαίθρου μαζί με τη Γέρμα και τον Ματωμένο Γάμο) μοιάζει να αντικαθρεφτίζει τις δυο όψεις του φρανκικού καθεστώτος: ο τύρρανος, οι υποταγμένοι, οι ανυπότακτοι. Στους τελευταίους ανήκει μόνο η Αδέλα, που αρνείται να προσφέρει τη νεότητά της σφάγιο στις κοινωνικές συμβάσεις και απειλεί να βγει στο δρόμο με το πράσινο φόρεμά της. Πάνω απ’ όλα όμως επιθυμεί και την σωματική της ελευθερία και την παράδοση στον έρωτα του Πέπε Ρομάνο, κρυφού ποθητού υποκειμένου για τις αδελφές και δόλιου μνηστήρα της κληρονόμου (μεγαλύτερης) κόρης. Ο Ρομάνο, όπως και κάθε άλλος ανδρικός χαρακτήρας υπάρχει μόνο δια της σκηνικής του απουσίας.

Εδώ δεν υπάρχει η σπαρακτικά ωραία φύση της ποίησης του Λόρκα – οι περίκλειστες αυτές υπάρξεις κινούνται σ’ έναν μαύρο, ημιφωτισμένο χώρο, ένα α-τοπο που εκφράζεται ιδανικά στον underground χώρο της Μαύρης Σφαίρας που λειτουργούσε ως καταφύγιο πολέμου στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής και διαμορφώθηκε το 2002 σε μικρό 25θέσιο θεατράκι αφήνοντας ανέπαφα τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά. Έξω από το σπίτι βρίσκεται ο κόσμος, οι ποθητοί άντρες, οι δυνάστες άντρες, ένα χωρίς ποτάμι ανδαλουσιανό χωριό, όπου τα πάντα ρυθμίζονται από την αγωνία της υπόληψης και τον τρόμο της κακογλωσσιάς.

Οι κόρες ετοιμάζονται να αλληλοσπαραχθούν, η σκληρή Μπερνάρντα ρίχνει στα μάτια της την στάχτη της περηφάνιας και επιβάλλει τον απόλυτο κανόνα: Ό,τι έχει ο καθένας μέσα του ας το κρατά για λογαριασμό του, εγώ θέλω την υπόληψη του κόσμου. Οι κόρες ζούνε για να μαθαίνουν τις ζωές των άλλων, η Μαρτίριο σπαράσσεται από την επιθυμία να καταστρέψει τις ευτυχίες των άλλων, η Αδέλα αφήνεται στο δικό της duente. Υπάρχει δυνατή απόδραση από ετούτη τη Νέκυια, αλλά αυτή είναι ο ίδιος ο θάνατος. Η σκηνοθέτηση και οι ερμηνείες είναι μαγεμένες, με αριστοτεχνική απόδοση των τρυφερών και νευρωτικών υπάρξεων, των γυναικών με τα χαμηλωμένα μάτια, τις αλαφιασμένες ψυχές και την γλώσσα μαχαίρι.

Η μη επιχορηγούμενη Μαύρη Σφαίρα ιδρύθηκε από την Τότα Σακελλαρίου του Θεάτρου Τέχνης, αποτελείται από ομάδα συνεργατών θεατρολόγων και ηθοποιών, λειτουργεί από το 1993 σαν εργαστήριο Υποκριτικής και από το 2000 και σαν θεατρικός χώρος, παρουσιάζοντας ερευνητικές ματιές πάνω στην Καφκική Δίκη και στη Ελιοτική Ερημιά, συνδυασμό Σαρτρ, Ρεμπώ και Μπέκετ και τους Λεόντιο και Λένα του Μπύχνερ.

Μτφ. Νίκου Γκάτσου, σκηνοθεσία Τότα Σακελλαρίου, βοηθοί σκηνοθέτη: Βασίλης Αφεντούλης, Εφη Καλογεροπούλου, Γιώργος Μάρδας, σκηνικά - κοστούμια Ισμήνη Καρυωτάκη. Ηθοποιοί: Τότα Σακελλαρίου, Αννα Μέγα, Εύη Σιδέρη, Σοφία Γκάτση, Καρολίνα Μωρέτη, Μαργαρίτα Λιάκου, Ράνια Σκέρτσου, Αθηνά Μαθιουδάκη, Μαρία Κακούρου, Στέλλα Βασίλα, Μαρίτα Λόλη, Κάντια Ηλιοπούλου. Πέμπτες έως και Σάββατα στις 9.30, μέχρι τις 15 Ιουνίου.

Δημοσίευση και σε: mic.gr