Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηχώ στο χάος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηχώ στο χάος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007

Αυθεντικά λογοτεχνικά και ροκ μεθοκόπια

CRACKER - Greenland (Cooking Vinyl)

WALKMEN - A hundred miles off (Record Collector)

ALΑSDAIR GRAY - Χαμένα κορμιά (εκδ. Νεφέλη)


1. Σκεφτόμουν προχθές πως χρειάζομαι καλύτερους φίλους. Συμπτωματικά, το θέμα φαίνεται πως απασχόλησε και τους Cracker. Το Ι need better friends "γράφει" και "ζωγραφίζει". Κάτι γίνεται τελευταία και "καθημερινά" ζητήματα που με απασχολούν επιτέλους γίνονται στίχοι, στην ακόμα καλύτερη περίπτωση σμιλεμένη στιχουργία, και σε ιδεατό στάδιο ενδύονται και αντάξια μουσική. Εδώ είμαστε!Προσπάθησα και παλαιότερα να γράψω κάτι άξιο για τους Camper Van Beethoven και μου ήταν αδύνατο. Όσο εισχωρούσα στα αναρίθμητα κομμάτια τους, τόσο δυσκολότερο φαινόταν. Σήκωνες το απλό σκέπασμα των αφελών -φευ!- συνθέσεών τους κι έβλεπες άλλα τόσα πέπλα και επίπεδα. Για να ασχοληθείς δε με τους στίχους τους έπρεπε να έχεις πλείστες γνώσεις επιστημών, ιδεών και πραγματικότητας. Αν προσθέσεις και τις έξυπνες επιρροές από κάθε ροκ εντ ρολλ παράδοση, τότε ένοιωθες ανήμπορος απ' όλες τις πλευρές. Εμπιστευόσουν κιόλας ή τα φόρτωνες στους έμπιστους συνεργάτες. Το ίδιο νοιώθω και με τους Cracker, την κατά κάποιο τρόπο νοητή τους συνέχεια, τουλάχιστο από την πλευρά κάποιων μελών. Με μια δωδεκάδα δίσκους από το 2000 κι έπειτα, ξέρεις τι να περιμένεις. Ίσως όχι ένα άψογο σύνολο, αλλά σίγουρα κάποια συναρπαστικά κομμάτια. Τα δικά μου είναι τα Maggie και Where have these days gone, να ζωγραφίζουν αεικίνητα σχέδια με το όργανο και μια συναρπαστική μελωδική απλότητα στη φωνή που καλομάθαμε από τους Deep Freeze Mice και τους Go Betweens. Αλλά, αν πάρουμε την ερώτηση του δεύτερου στα σοβαρά, φαίνεται πως και οι ίδιοι αναπολούν αρκετά από το παρελθόν τους. Πιθανώς πάλι να αναρωτιούνται πλέον ποιο είναι το κοινό τους, τι ανησυχίες έχει, σε ποιους και τι στοχεύουν πια και οι ίδιοι. Εγώ αναρωτιέμαι πώς κατάφεραν κι έβγαλαν στο εντελώς απρόβλεπτο τον καλύτερό τους δίσκο εδώ και τόσο καιρό…

2. Κάτι ανάλογο έκαναν και οι Walkmen, που έχουν το ένα πέμπτο των δίσκων των Cracker, πλην όμως έβγαλαν έναν από τους πιο αγαπημένους μου της χρονιάς, ούτε που το περίμενα δηλαδή. Όπως επίσης δεν περίμενα πως θα έβρισκα τόσο απολαυστικό ένα κομμάτι με τίτλο Emma get me a lemon: ένας μεθυσμένος Ντύλαν να τραγουδά τα ατραγούδιστα, με συγχορδίες ποτισμένες σε συναίσθημα νοτίων ημισφαιρίων. Έχει ήδη προηγηθεί η παραπλανητική αρχή του Louisiana, με πνευστά μεξικάνικης γιορτής. Και οι στοιχειώδεις, αλλά τόσο στοιχειωτικές, κιθάρες του Good for you's good for me, λες και στο βάθος παίζει μια συφοριασμένη μπάντα σκονισμένης αμερικανικής επαρχίας. Ροκ εντ ρολλ με εικόνες!Ο ίδιος αυτός ετεροθαλής μιμητής του Βob διαποτίζει το δίσκο με την αλλοπρόσαλλη ερμηνεία του και τον κάνει αυτό που είναι. Με εξαίρεση το τελευταίο και καλύτερο κομμάτι του δίσκου, το Another one goes by, όπου εκεί στέκεται όρθιος σαν σε ένα διαφορετικό πρωινό όπου ξυπνάς ξεμέθυστος. Στο All hands and the cook φανταστείτε ένα shoegaze καμπάνισμα από πίσω και τον τραγουδιάρη μπροστά να μεμψιμοιρεί ασταμάτητα μέσα από ένα απύθμενο βύθος. Κατεβάστε ακόμα τα This job is killing me -κάτι λέγαμε για καθημερινά μου θέματα που τα θέλω τραγούδια- και Brandy Alexander, καλύτερο κι απ' το ομώνυμο ποτό.


3. Ιδανικό λογοτεχνικό ταίριασμα όλων αυτών, το Χαμένα Κορμιά του Alasdair Gray (τίτλος πρωτοτύπου Poor Things, 1992), με υπότιτλο "Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας". Το τι ευχαριστήθηκα στο βιβλίο αυτό δε λέγεται. Μιλάμε για μυθιστόρημα που τραμπαλίζεται ανάμεσα στη γοητεία της μαρτυρίας και τις παγίδες των λογοτεχνικών ψεμάτων. Ακριβώς έτσι με ρωτάει το ίδιο: Η πραγματικότητα ως λογοτεχνία ή η λογοτεχνία ως πραγματικότητα; Αν το καλοσκεφτείτε και οι δύο πιθανότητες είναι κάτι πολύ πέρα από όσα μάθαμε μικροί για τα βιβλία.

Ο ιδιόρρυθμος και δανδής Σκωτσέζος πεζογράφος / ζωγράφος / θεατρογράφος κύριος Gray (γενν. 1934) είναι ένας φαν των κλασικών έργων, και έτσι μας το ξεκινά εδώ. Μόνο που στην πορεία ανατρέπει να πάντα, αλλάζει οπτικές γωνιές και προφανείς βεβαιότητες. Ενσωματώνει σε όλα αυτά, πρώτον, την Ιστορία, χωρίς ούτε στιγμή να σε κουράζει με τις συνήθεις ακαταλαβίστικες μεταμοντέρνες μπαρούφες που κυκλοφορούν αβέρτα και, δεύτερον, το Φανταστικό, χωρίς στιγμή να νοιώσεις ότι πρόκειται για παραμύθι-μύθι-μύθι. Ιδού το ιδιαιτερότατο δίδυμο της πλοκής: ο τερατώδης στο πάχος και (κυριολεκτικά) συφιλιασμένος Θεόνικος Μπάξτερ, ιδιοφυής πειραματιστής και αθεράπευτος ρομαντικούλης και ο δειλός επαρχιώτης μεν, εύψυχος/καλόψυχος μελετητής των πάντων δε, Άτσιμπαλντ ΜακΚέρι. Με άλλα λόγια, ένας θεόνικος κι ένας θεόδειλος. Όσο για την κυρία Μπέλα Μπάξτερ, αφήνω έναν χαρακτήρα (;) του βιβλίου (;) να μιλήσει: " ... Τώρα πια ξέρω ποια είναι η ανιψιά σας, κύριε Μπάξτερ. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Εύα και Δαλιδά, οι Έλληνες Ωραία Ελένη, οι Ρωμαίοι Κλεοπάτρα, οι Χριστιανοί Σαλώμη. Πρόκειται για τον Λευκό Δαίμονα που καταστρέφει την τιμή και τον ανδρισμό των ευγενέστερων και των πιο ρωμαλέων ανδρών κάθε εποχής...". Μπορείτε να φανταστείτε μια γυναίκα με εμφυτευμένο στο κρανίο της το μυαλό ενός εμβρύου; Τι αθωότητες θα εκπέμπει, τι εξυπνότητες θα εκτοξεύει, τι έρωτες θα προκαλεί; Προσθέστε της και την αχόρταγη σεξουαλική της φύση, αλλά και την συνακόλουθη ακόρεστη ζήλεια που θα προκαλεί σε όλους τους υπόλοιπους, βάλτε στην ιστορία κι έναν στρατηγό που δε θα σας πω τι κάνει και σε λίγο θα λέτε "Τι ωραία ιστορία!".


Μόνο που στο τέλος ορισμένοι ήρωες θα σου διηγηθούν την ίδια ιστορία με εντελώς διαφορετικό νόημα και εξηγήσεις, και τότε θα δεις πόσες πλευρές έχει η πραγματικότητα -και η δική σου φυσικά! Κι όλα βουτηγμένα σε μια γοητευτικότατη εξπρεσιονιστική γραφή. Εύγε στον εκδοτικό οίκο που κυκλοφόρησε το βιβλίο με όλες τις σχετικές γκραβούρες, σχήματα, πορτρέτα (ο ίδιος ο συγγραφέας το κάνει σε όλα του τα βιβλία) και φυσικά το εξώφυλλο που δε τα λέει όλα, αλλά αρκετά. Η Γλασκώβη ποτέ δεν είναι η ίδια, τα σκουπίδια της γειτονιάς μου επίσης (καθότι στα σκουπίδια ενός υπό διάλυση δικηγορικού γραφείου βρέθηκε το παλιό βιβλίο που τα ξεκίνησε όλα) και εγώ κάθε βράδυ κυριολεκτικά λέω και μια καληνύχτα προς το ράφι της βιβλιοθήκης μου. Γιατί όλες αυτές οι αξιαγάπητες μορφές είναι ικανές να βγουν από κει μέσα και να μου ζητήσουν το λόγο!

Έργα και ημέρες του κυρίου Gray: Lanark (1981), Unlikely Stories Mostly (1983), 1982 Janine (1984), Lean Tales - with James Kelman and Agnes Owens (1985), Saltire Self Portrait (1986), Five Scottish Artists - An Exhibition Catalogue (1986), Old Negatives (1989), McGrotty And Ludmilla (1990), Something Leather (1990), Why Scots Should Rule Scotland (1992 and 1997), Poor Things (1992), Ten Tales Tall And True (1993), A History Maker (1994), Mavis Belfrage (1996), Songs Of Scotland (1996), Working Legs - A Play For Those Without Them (1997), The Book Of Prefaces (2000), Sixteen Occasional Poems (2000), A Short Survey Of Classic Scottish Writing (2001).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/stili.asp?id=12718



Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Μ83 : Προτού η αυγή μας θεραπεύσει

Για μένα που η electronica αποτελεί τη μόνη πια περιπετειώδη περιπλάνηση στους ήχους, δεν υπάρχει ιδανικότερο εξωτερικό μέρος για παρόμοιες ακροάσεις από τις διαδρομές στον υπόγειο μετρόδρομο. Κι έτσι οι 3 δίσκοι και κάτι υπολείμματα των M83 αποτελούν μόνιμη συνοδεία μου στην υποτιθέμενη πόλη κάτω από την πόλη. Τα τεχνητά φώτα αποτελούν ιδανικό περίβλημα για την ακρόασή τους, η αίσθηση του ταχύτατου κυλίσματος στις ράγες ολοκληρώνει την ρευστή αίσθηση από τα ηλεκτρονικά τους όργανα, η ηχητική τους παραζάλη
δένει με το δικό μου υποτασικό παραπάτημα στις πλατφόρμες. Στην περσινή λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς είχα βάλει χωρίς δεύτερη σκέψη το "Before the dawn heals us". Μαζί με όσους τους είχαμε σημειωμένους πρώτη πρώτη σελίδα στο electronica σημειωματάριό μας, οποίοι τρέξαμε να το κατεβάσουμε 3 μήνες πριν τη λήξη του έτους, καθώς οι συνθέσεις είχαν ήδη διασκορπιστεί στο ψηφιακό σύμπαν. Τελικά ο δίσκος επίσημα κυκλοφόρησε αρχές του 2005, πράγμα που με βολεύει, γιατί θέλω να στολίσει και τη φετινή μου λίστα. Αairινοι κι αυτοί, Γάλλοι κι αυτοί, ντουέτο κι αυτοί (Nicolas Fromageau, Anthony Gonzalez), οι M83 φτιάχτηκαν το 2001 στην Αντίμπ.


M83 (S/T) (2001)
1. Last Saturday, 2. Night, 3. At The Party, 4. Kelly, 5. Sitting, 6. Facing That, 7. Violet Tree, 8. Staring At Me, 9. I Am Getting Closer, 10. She Stands Up, 11. Caressness, 12. Slowly, 13. My Face, 14. I'm Happy She Said

Τώρα μπορώ να πάψω να θεωρώ τους Autechre το πιο ολοκληρωμένο αμιγώς ηλεκτρονικό σχήμα. Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω διαμάντια μέσα στους δίσκους των Boards of Canada ή να επιστρέφω στους αστρικούς πειραματισμούς των Τangerine Dream. Τέρμα οι χρονοβόρες αναζητήσεις θερμών μελωδημάτων στις αλλεπάλληλες κυκλοφορίες της Morr, τέρμα οι εικασίες για το πώς πως θα ήταν οι δίσκοι των Notwist χωρίς φωνή. Και δε θα φορτώνω τις ποπ προσδοκίες μου στους οποιουσδήποτε Air. Όπως σε κάθε άρτιο ηλεκτρονικό δίσκο, κάθε κομμάτι των M83 είναι αδύνατο να δεχτεί φωνή και λόγια γιατί λέει από μόνο τους όσα χρειάζονται. Ο ομώνυμος δίσκος τους εκτός από το ότι φαίνεται να γνωρίζει όλα τα προαναφερθέντα, εκπέμπει μία εκπληκτικά απλή μέσα στην πολυπλοκότητά της έμπνευση. Τα περίτεχνα και δαιδαλώδη στραφταλίσματα των πλήκτρων στα Night και Staring at me θυμίζουν την περσινή εκπληκτική keyboard συνεργασία των B. Fleischmann Herbert Weixelbaum στην Morr (και γενικότερα τις δουλειές του πρώτου). H παιχνιδιάρικη digital έκσταση του Sitting με αυτές τις απότομες διακοπές (που θα αποτελεί στάνταρ τέχνασμά τους εις το εξής), οι διακριτικές ωδές τιμής στους παρεξηγημένους ηλεκτρονικάδες των τελών των 70ς και δη στον σερ Giorgio Moroder (Facing That) και τον μεσιέ Jean Michel Jarre (Ι'm getting closer), η μουσική μαγεία του κορυφαίου Caresses, η βιντεοσινεματική μελοδραματικότητα του Ι'm happy, she said, όλα σε αφήνουν με την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας.

Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (2003)

1. Birds, 2. Unrecorded, 3. Run Into Flowers, 4. In Church, 5. America, 6. On A White Lake, 7. Noise, 8. Be Wild, 9. Cyborg, 10. 0078h, 11. Gone, 12. Beauties Can Die

Κάπως έτσι ήταν και είναι ο κόσμος (τους) τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας μας. Πόλεις νεκρές, κόκκινες θάλασσες (αίμα, κάποια περιβαλλοντική αναταραχή ή ένα από τα συνήθη οράματα του κυρίου Μπάροουζ;) και αναρίθμητα άφαντα φαντάσματα που μας κυνηγούν ή κυνηγιούνται από τον καθένα μας. Ένα από τα καταιγιστικότερα keyboard albums. Τα πλήκτρα τους ντρονάρουν και αντηχούν, κτίζουν παχύρευστους τοίχους, ζωγραφίζουν πάνω τους πολύχρωμα γκράφιτι ή κοφτές φράσεις, βαθιές μονοχρωμίες και ολόλαμπες διχρωμίες, χιλιάδες εικόνες. Η α λα Sweet Hereafter εικόνα τους εξωφύλλου παραπλανεί με την ψυχρή ακινησία της: αυτή η φιλόδοξη σινεματική μπαρόκ υπερηλεκτρονική μουσική μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους συνθετητές αλλά δε χρειάζεται τίποτα άλλο γιατί απλούστατα δε χωράει, κανένα άλλο όργανο στην ομορφιά της. Νοιώθω πως μια lead φωνή θα διέσπαγε αυτό το αύταρκες σύμπαν. Η ιδανικότερη 4άδα για να αποπλανηθείτε είναι : το 0078H που σε ταξιδεύει σε συνονόματο συρμό με επιβάτες τα πρόσωπα στα οποία καθημερινά βυθίζεις σα ναρκωμένος το βλέμμα σου, το Noise, η έξαρση του οποίου αποδίδει επιτέλους τον κακόπαθο όρο σε ταιριαστή επένδυση, η η σχεδόν τεχνο ροκ πανδαισία του On a white lake near a green mountain και το αδιαφιλονίκητο Run into flowers, όπου όλοι εμείς οι αφοσιωμένοι post-rockers απολαμβάνουμε το είδος άνευ κιθάρας! Σημειωτέον, η κυκλοφορία του ως single/ΕP περιλαμβάνει 3 εντελώς διαφορετικές έως και αγνώριστες remix εκτελέσεις, μα όλες ιδιαίτερα όμορφες - περίεργο.

Before the Dawn Heals Us (2005)
1. Moonchild, 2. Don't Save Us Fom The Fames, 3. In The Cold I'm Standing, 4. Farewell / Goodbye, 5. Fields, Shorelines And Hunters, 6. *, 7. I Guess I'm Foating, 8. Teen Angst, 9. Can't Stop, 10. Safe, 11. Let Men Burn Stars, 12. Car Chase Terror!, 13. Slight Night Shivern, 14. A Guitar And A Heart, 15. Lower Your Eyelids To Die With The Sun

Mε την α λα Blade Runner μεγαλουπολική εικόνα στο εξώφυλλο με τα ψηλά, ηλεκτροφωτισμένα κτίρια του εξώφυλλου το πιάσαμε το υπονοούμενο: κάθε κομμάτι κι ένα ηχητικό κρεσέντο, κάθε προσθήκη ακουστικών οργάνων γίνεται στο πολλαπλάσιο, κάθε κιθαριστικό τοίχος υψώνεται το ίδιο ψηλά με τα πιο εκκωφαντικά ηλεκτρονικά εφφέ. Περισσότερο από πριν, το ανθρώπινο στοιχείο ρέει παλλόμενο και σε αφθονία. Τα drums είναι live και η κιθάρα θερίζει με το αφιονισμένο Bloody Valentine δρεπάνι της, που κόβει φέτες τις παγωμένες ριπές στυλ Sigur Ros. H παραπάνω αλλαγή είναι φανερή, καθότι οι δύο φίλοι χωρίζουν καλλιτεχνικά. Ο Fromageau αποχωρεί προς σόλο κατεύθυνση κι ο Gonzales συνεχίζει με το όνομα, αλλά η στροφή είναι καθοριστική. Τέρμα οι χαμηλές αιθέριες πτήσεις των προηγούμενων δίσκων, τώρα ανεβοκατεβαίνεις σαν να είσαι στο σφυρί του λούνα παρκ. Εδώ όλα γίνονται ένα αδιαπέραστο σύνολο : η Floyddική οχλαγωγή, η Hawkwindική χαολογία, η πρώιμη Mobyική ηλεκτρολογία, η Mogwaiνή post rock εντροπία. Τα πλήκτρα ακούγονται καταιγιστικά, λες και παίζονται από αεικίνητα δάχτυλα. Αλλεπάλληλα στρώματα κήμπορντς έβαλαν σε πειρασμό ορισμένους να ξαναβγάλουν από τα συρτάρια όρους όπως shoegaze analog ή digital ecstasy. Ακούστε μόνο το ξεκίνημα και το τελείωμα και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε. Στο ενδιάμεσο συμβαίνουν πολλά και άξια αποκρυπτογράφησης. Ο δίσκος δεν κλείνει με το "Farewell/Goodbye (με τον Ben από τους Cyann & Ben και την Lisa Papineau από τους Big Sir στα φωνητικά) που είναι το μελοδραματικότερο, πλέον μελίρρυτο τραγούδι που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από electronica δίσκο, ένα κομμάτι που οι Air δε νομίζω να γράψουν. Το Teen Angst στέλνει για μεροκάματο κάθε "indie" κιθαριστικό σχήμα. Η (ηθοποιός) Kate Moran που μας προτρέπει στο ξεκίνημα raise your arms the highest they can, so the whole universe will glow, αργότερα ξανακούγεται στο μόνο παράταιρο κομμάτι εδώ : στο κινηματογραφικό της παραλήρημα του Car Chase Terror. Ομολογουμένως μεταδίδει κυριολεκτικό τρόμο αλλά προσωπικά μου χαλάει το δόσιμό μου στο σερί άκουσμα του δίσκου. Επίσης, έλεος πια με τα διάφορα γεμίσματα με τις φωνές παιδιών ή άλλους σκόρπιους τελεβιζιονικούς ήχους. Όχι άλλες τηλεοπτικές εικόνες!

ΆΡΑ, ΜΗ ΜΑΣ ΣΩΣΕΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ**

Ταιριαστά αναγνώσματα:
Don Dellilo, Λευκός Θόρυβος [White Noise], εκδ. Εστία
Philip Dick, Τώρα Περίμενε Το Χτες [Now Wait Last Year], εκδ. Λυχνάρι
Νίκος Βλαντής/Παύλος Μπαλτάς -Επόμενη Στάση - Χαμένες λεωφόροι. εκδ. Futura.

* Ο τίτλος του τρίτου δίσκου τους ταιριάζει στην περίπτωση μου, καθώς δεν τον άκουσα ποτέ με το φως της ημέρας. Κι αυτό από το οποίο θα με "θεραπεύσει" η αυγή είναι η ηλεκτρονική παραζάλη στην οποία με βουτάνε αλλά και το αδιάσπαστο ταίριασμα της electronica με την περιπλάνηση σε σκοτάδι και στα τεχνητά του φώτα. Μήπως έχω φτάσει σε ανίατο σημείο αποκλειστικής ακρόασης τέτοιων δίσκων κάθε νύχτα;

** Το "Don't Save Us From the Flames" διακόπτει τον σαρκαστικό αποκαλυψιακό του λόγο για μία φράση από τον J.G. Ballard : "A piece of brain in my hair/ (and) the wheels are melting."
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Stili.asp?id=28597

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007

Late night partners: Ed Harcourt, Nick Hornby

Ed Harcourt - The beautiful lie (Heavenly)
Nick Hornby - H κάθοδος των τεσσάρων (A Long Way Down) (εκδ. Πατάκη, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου).

Κάποιος ή κάποια που μας τηλεφωνεί μόνο όταν είναι μεθυσμένος/η. Η πολλαπλάσια ηδονή του τελευταίου τσιγάρου ή του τελευταίου οτιδήποτε. Η βροχή που πέφτει πάνω στους καλύτερους. Η δυσκολία να βρούμε καλούς φίλους. Άνθρωποι σωστά ναρκωτικά. Επαναστάσεις που δε γίνονται έξω αλλά μέσα σε καρδιές. Ένας σύντροφος για αργά τη νύχτα. Καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε καλά αλλά ελάχιστοι τις τραγουδούν. Ο Ed Harcourt τις κάνει τίτλους και τραγούδια. Υπέροχα τραγούδια: You only call me when you're drunk, The last cigarette, I am the drug, Good friends are hard to find, Revolution in my heart.

Τον έχουμε υπό στενή παρακολούθηση από το ξεκίνημά του, τον έχουμε φακελώσει στο συρτάρι με τους εξαίρετους "μοναχούς", δηλαδή εκείνους που γράφουν και τραγουδάνε τα γραψίματά τους αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και προικισμένους μουσικούς που φαίνεται να ακολουθούν την καταδική τους πορεία. Η καρτέλα μας είναι γραμμένη κι απ' τις δύο πλευρές: πιάνο, τρομπέτα, βιολί, μπάντζο, ντραμς και νεροχύτης (αν μεταφράζω σωστά το kitchen sink), όλα παίζονται από τον Ed.
6 δίσκοι σε 5 χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και το download-only Elephant's Graveyard (με B sides και demos) μάλλον δεν είναι ένδειξη αργοκίνητου δημιουργού. Το Ωραίο του Ψέμα είναι η αποκορύφωση της συνεχούς του έμπνευσης και ξεπερνά το μέχρι σήμερα καλύτερό του Here be monsters. Δηλώνοντας προσεκτικός ακροατής τρυφερών και ύπουλων τζαζιστών όπως ο Chet Baker και αναγνώστης του John Keats, ο Εντ κάνει δίσκους τα συμβάντα της ζωής του - άλλωστε ένας μεγάλος έρωτας τού ενέπνευσε το (τρίτο καλύτερο) δίσκο του Strangers. Τον θυμάμαι στα πρώτα του LP: βράχνιαζε σαν τον Tom Waits, οπότε και οι συνδέσεις ήταν αναπόφευκτες. Τώρα αφήνει το λεπτό αδύναμο κρύσταλλο της φωνής του να φανεί σ' όλη του την αδυναμία.
Παρά το γεγονός ότι ο φίλος μας ειδικεύεται στις έξοχες μπαλάντες, μπορούμε εδώ να βρούμε έξοχη ποπ τραγουδοποιΐα στο Whirlwind in d minor, καθάριο σόουλ συναίσθημα στο Visit from the dead dog κι ένα αναπάντεχο οργιώδες φινάλε στο You only call me when you're drunk. Θα με αγαπάς κι όταν γεράσω; Ακόμα βέβαια ελπίζω ότι θα το προλάβω… (το γέρας καλέ μου Έντ ή το συναίσθημά της;). Αλλά τα "άλλα" του είναι που με περιμένουν στο σπίτι όταν γυρνάω πολύ αργά το βράδυ από μια ατέλειωτη δουλειά: μια βραχνή έγχορδη μπαλάντα κυριολεκτικά της προχωρημένης αργής νύχτας (Late night partner), ένα αποκορύφωμα εγχόρδων/ πιάνου (Rain on the pretty ones) - ένα κομμάτι ατόφιο διαμάντι. Και πώς μετά να σε πιάσει ύπνος; Κοιτάς τον άδειο δρόμο κάτω, σκέφτεσαι πως στις άλλες άκρες του πλανήτη η σκηνή επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, δεν θες να κοιμηθείς αν δεν τον ακούσεις (ολόκληρο!) 2 φορές. Αυτός ο μόνιμος μοναχικός σύντροφος στις δύσκολές μου ολονυχτίες εκφράζει ακριβώς αυτό που είμαι εκείνη τη στιγμή.

Αν ο κύριος Harcourt φτάνει στα όρια της μοναχικότητας, άλλοι τέσσερις μόλις τα ξεπέρασαν. Τόπος: Ταράτσα, Στέκι των Αυτοχείρων, Βόρειο Λονδίνο. Χρόνος: Αλλαγή χρονιάς/ χιλιετίας. Ένα ατιμασμένο δημόσιο πρόσωπο που χάνει ό, τι έχει και δεν έχει επειδή, το κάτω κεφάλι υπερίσχυσε του άνω. Μια μεσήλιξ με "μη φυσιολογικό" παιδί που της έχει ρουφήξει τη ζωή. Μια πιτσιρίκα με τα γνωστά θεμελιώδη προβλήματα κάθε "νέου" (χυλόπιτα, πίτα, γονείς). Κι ένας νυν ντελίβερι και πρώην συγκροτηματίας που η ζωή του ήταν η μπάντα του. Οι τετράς των αποτυχημένων συνευρίσκεται τυχαία στην ταράτσα - ούτε να αυτοκτονήσεις μόνος σου δεν μπορείς.
Όμως εδώ έχουμε ένα θέμα που γνωρίζουμε καλά αλλά που κανείς δεν μπορεί και τόσο εύκολα να ασχοληθεί μαζί του λογοτεχνικά: άνθρωποι που κάποτε ζούσαν "φυσιολογικά, κανονικά", τώρα βρίσκονται σε ένα σκαλοπάτι προ αυτοχειρίας. Που σκέφτονται πως τα επιχειρήματα του να συνεχίσεις να ζεις λιγοστεύουν. Η έκπληξη όμως δεν είναι ότι ο έξυπνος τούτος συγγραφέας καταπιάνεται με αυτό το μαύρο κουτί. Είναι ότι δεν σε βάζει μέσα του χωρίς να σε σκοτεινιάζει καθόλου. Είναι ότι δείχνει την ευτράπελη, γελοία, αστεία, τρυφερή πλευρά μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το γνώριμο στιλ του Hornby (ο οποίος, παρεμπιπτόντως είναι ένας μανιακός του ροκ εντ ρολ, της λογοτεχνίας, τους ποδοσφαίρου, της μιζέριας και της αισιοδοξίας - ναι, τα τελευταία συνδυάζονται άνετα: Να μιλάει για εμμονές, καταθλίψεις ή δυστυχίες με μια μορφή ελαφρότητας, καθόλου αβάσταχτης, αλλά ούτε και πουπουλένιας. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο στα Πυρετός της μπάλας, High Fidelity, Για ένα αγόρι, Πώς να είσαι καλός. Ο N.H. ποτέ δεν φημιζόταν για την περίτεχνη διαπλοκή προτάσεων, ούτε για τίποτα απολαυστικές λεκτικά σελίδες. Το βάρος δίνεται σε ιδέες και καταστάσεις, σε μια πλοκή που προχωρά και σε παίρνει. Τεχνικώς, η γραφή θρυμματίζεται εναλλάξ με τους αφηγηματικούς μονολόγους των τεσσάρων, ευτυχώς διανθισμένους με διαλόγους.
Πώς μπορείς να χειριστείς την αποτυχία; Πώς μπορείς να αποχωριστείς τον κυνισμό; Οι ήρωες ξεκινούν από μερικά βασικά αυτοκτονικά αξιώματα: "Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί, "Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο". Όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο, ενώ παραμένουν στην κοσμάρα τους, αρχίζουν να αποκτούν αμοιβαίο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Εννοείται πως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν ποτέ, ούτε στις ελληνικές ταινίες δεν γίνεται πια αυτό. Αλλά μπορείς κάποτε να δεις ορισμένα πράγματα διαφορετικά. Επιστρέφω στον Harcourt, που δεν θα τραγουδήσει και μόνος του το καλύτερό του κομμάτι (κι ένα από τα ομορφότερα του 2006). Φωνάζει τους καλύτερούς του φίλους, ανώνυμους γείτονες ή σκαμμένες φιλίες ετών και συγχρωτίζονται στο δικό τους μεταμεσονύκτιο ύμνο: Revolution in my heart. Ωδή: To the junkies in the streets/ To the gangsters in our towns/ And the others underground/ To the prostitutes and whores/ To the self-admiring bores/ To the drinkers in a drought/ And the writers steeped in doubt/ To the bailiffs and their bills/ To the child whose thoughts could kill/ To the veteran who fights/ All his demons late at night.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2007

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη ιδιομορφία εδώ και χρόνια συνδυάζω το Πάσχα (και για την ακρίβεια ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση σε μια διαφορετική ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα "Θεία Πάθη". Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες... αφήστε καλύτερα. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες ανοίγω ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που τα ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και παραδόξως ποτέ δεν είναι τα ίδια).

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που παλιά λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που δημιουργώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς δίσκους και τέσσερα μικρότερα (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) και έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί άλλο παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή όψη τους, τo Nocturnal (1998) στην ηλεκτρονική και το το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home, Pass Over, Death of Alexander - ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa, όπου τότε για πρώτη φορά άκουγα φωνές που έμοιαζαν με ορθόδοξες ψαλμωδίες πάνω από βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icons ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως "μητροπολιτικό" άκουσμα αποτελεί το Jesus' blood never failed me yet του Gavin Bryars στην Point. O μουσικός που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς "πρωτοπόρους" και επέμενε να τα συνδυάζει με συμφωνικά όργανα, έβγαλε το δίσκο από μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο που ηχογράφησε ο Bryars, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο "Διάσταση" Κύπρου, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το "Σήμερον κρεμάται επί ξύλου" ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα ("Ίνα Τι").

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που είτε αγαπάται είτε αποφεύγεται, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος μουσικά με γοητεύει και επιλέγω πάντα την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι κλασικές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος, και μάλιστα ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Αυτό το τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το "Κύματι Θαλάσσης". Ανεβαίνω προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη ("Άθως ο εμός") και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη ("Μελωδοί του Πάθους", "Πάθη απόκρυφα").

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
"They say that God is in the detail lying and I'm sure that's true..."

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση. Δε γίνεται να μην ακούω όλο το χρόνο την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου folk rocker των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven. "Suddenly I realise I'm living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea...". Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκόρπισα εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. "All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women's eyes and I suffer like a child in an empty room". Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil's Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν μας πληροφορεί πως ο Πάπας έχει το 51% της General Motors… Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο "Παντοκράτορας" του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το πρώτο κομμάτι του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή "κερδισμένες" ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του εξαιρετικού Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος "χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα" είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα. Ο "Ιουλιανός" (όπου και η μέγιστη ειρωνεία των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η "Δημιουργία" (η αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό μεταμοντέρνο "Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά" που με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος αλλά αρκετά δυσκολότερος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας της γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος "αιρετικός" Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι φάτσα με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής.

Από ταξιδιωτικά δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο για το φως μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το "Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου" του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί απ' ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί στη Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα "Λειμωνάριο" γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, έχει ήδη γράψει το εξίσου προτεινόμενο "Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν" (Ιn Xanadu. A quest) με αφορμή την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά ζηλευτά γραπτά σε βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανο μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το "Προς Εκκλησιασμόν", διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το "Απ' αφορμή το Πάσχα" από τη συλλογή "Συνοδεία") και κάνω οπωσδήποτε ένα πέρασμα από οποιοδήποτε από τα αφιερώματα που τον αφορούν (πρόπερσι έβγαλε ένα χορταστικό τεύχος το Ίνδικτος και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το "Η ψίχα της μεταλαβιάς" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν "καμένο" άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το "Πάσχα τ' Απρίλη" του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή "Η φλέβα του λαιμού"), με την υπέροχη στιγμή που ο αφηγητής ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού του χάρη στη θέση του σπιτιού του στις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για "Τα ράκη του θανάτου" (από τα "Φάσματα Φθοράς"), όπου ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. "Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής" (από τη συλλογή "Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες") περιλαμβάνει την πλέον σκοτεινή σκηνή όλων: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου...
Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας ("Επιτάφιος Θρήνος", από το ομώνυμο) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε εφόσον το δεύτερό της (και πολυαναμενόμενο τότε, εποχή 2001) ήταν όλο "Ιστορίες από τις Γραφές". Διαβάστε από εδώ τα "Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος" και "Ο τρούλος", και θα τα βλέπετε με άλλα μάτια από εδώ και μπρος.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, όπου παρότι εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και "γλέντια". Συνήθως νοιώθω ξαφνικά κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές το αφήνω ανοιχτό, και ειδικά εδώ, ώστε να μου περάσετε οποιαδήποτε πληροφορία για τους Anastasia (εφόσον ξέρω ότι είχαν πολλούς φίλους εδώ) ή για να προσθέσετε δικές σας προσωπικές συλλογές.