Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Τομ Μακάρθι – Απομεινάρια


Λίγα πράγματα μπορώ να πω για το ατύχημα. Σχεδόν τίποτα. …Μπλε φως, κιγκλιδώματα, άλλα χρωματιστά φώτα, εγώ πάνω σ’ ένα είδος φορείου ή πάνω σε ένα κρεβάτι. ποιος μπορεί να μου πει ότι όλα αυτά εν είναι κατασκευάσματα του μυαλού μου, ή ότι δεν τα έχω ανασύρει από κάπου αλλού, κάποια άλλη χαραμάδα και δεν τα χρησιμοποίησα για να καλύψω το κενό – τον κρατήρα – που προκάλεσε το ατύχημα Το μυαλό είναι πολυμήχανο και πανούργο. Σωστός κίνδυνος.

Ένας ανώνυμος Λονδρέζος του Μπρίξτον συνέρχεται από ένα σοβαρό ατύχημα με επιλεκτική αμνησία - και αυτήν ακριβώς καλείται να διατηρήσει, με αντίτιμο μια θηριώδη χρηματική αμοιβή και μόνη υποχρέωση να μην αναζητήσει λόγους και αιτίες. Ακόμα κι αν φτάσουν στη μνήμη, οι συνθήκες του ατυχήματός του πρέπει να μείνουν μυστικές. «Ο Διακανονισμός έμοιαζε μ’ ένα μέλλον τόσο δυνατό που εξισορροπούσε τη μη-ύπαρξη του παρελθόντος μου», μονολογεί. Άραγε όλοι θα μέναμε σ’ αυτό; Θα αρκούμασταν στην μερική επαναφορά ενός παρελθόντος σαν περίληψη παλιών επεισοδίων μιας κοινότοπης σαπουνόπερας;

Η ζωή του είναι πλέον διαφορετική. Πρώτα κατανοεί, μετά ενεργεί. Είναι αδύνατο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αν προηγουμένως δεν την σκεφτεί. Ακόμα και οι φαντασιώσεις του είναι ατελείς και ψεύτικες. Και βέβαια πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει τα χρήματα της αποζημίωσης. Η φίλη του Κάθριν του προτείνει επενδύσεις στην ανάπτυξη της Αφρικής. «Όλες οι αγορές είναι παγκόσμιες. Γιατί να μην παγκοσμιοποιηθεί και η συνείδησή μας;». Αλλά ο απαγορευμένος καρπός δεν είναι δυνατό να παραμείνει απροσπέλαστος, όταν πρόκειται για την ίδια σου τη ζωή. Αδυνατεί να ξεχάσει και να προχωρήσει σα να μη συνέβη τίποτα, δεν μπορεί να μην κυνηγήσει την αυθεντικότητα που δικαιούται, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει βίαιος ή καταστροφικός. Η δημιουργία ενός ολόκληρου κτιρίου με ενοίκους που πληρώνονται για να βοηθήσουν στην «επαναχάραξη» του υπολειπόμενου τμήματος του εγκεφάλου είναι το πρώτο βήμα. Και αρκεί μια ρωγμή στον τοίχο μιας τουαλέτας (που και …. στην πραγματικότητα ενέπνευσε τον Μακάρθι για το μυθιστόρημα) για να αρχίσει να ξεχύνεται η παλιά προς τη νέα ζωή. Αλλά οι ταχύτητες που αναπτύσσει είναι ιλιγγιώδεις και οποιοσδήποτε και οτιδήποτε επιχειρήσει να τον ανακόψει στην πορεία προς τη συνείδηση, κινδυνεύει, κινδυνεύει άσχημα!

Το δονκιχωτικό κλίμα, η υπαρξιακο-φιλοσοφική αντανάκλαση της Σαρτρικής Ναυτίας, η επιχείρηση παρελθοντικής ανάπλασης ενός σκοτεινού παρελθόντος (γνώριμο μοτίβο των Κάφκα, Κόνραντ και των Άλλων του Μοντερνισμού), εδώ συναντούν πολλά σύγχρονα λογοτεχνικά στοιχεία, πέρα από μια καλώς εννοούμενη ταχεία ρυθμολογία. Το πρώτο του αυτό βιβλίο απορρίφθηκε από αρκετούς εκδότες αλλά εκδόθηκε από τον Παριζιάνο Metronome των επιλεκτικών εκδόσεων, μέχρι που οι ζεστές κριτικές ενημερωμένων blogs και on line περιοδικών (όπως το 3: Α.Μ), προφανώς των μόνων πλέον ανεπηρέαστων-από-άλλα κειμενογράφων, το διασκόρπισαν ευρύτατα στο σύμπαν της αποδοχής. Μυθιστόρημα της χρονιάς για το περιοδικό The Believer και για μια ευρύτατη κοινότητα ιστολόγων, στην χώρα μας δεν ασχολήθηκε απολύτως κανείς, με εξαίρεση τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη που ψάχνει όλες τις αγγλοσαξονικές λογοτεχνικές αξίες και που όπως έγραψε στο μπλογκ του, το διάβασε «και στις δυο γλώσσες με θαυμαστή αμηχανία».

Εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης, ο Μακάρθι (γέννημα - θρέμμα νότιου Λονδίνου, 1969, τέκνο της Οξφόρδης) αποτελεί μια από τις φρέσκες λογοτεχνικές δυνάμεις. Ενδιαφέρουσα ακούγεται η μελέτη του «Ο Τεν-Τεν και το Μυστικό της Λογοτεχνίας», μια άλλη «ανάγνωση» του βελγικού κόμικ, όπου οι αφηγήσεις του Ερζέ αναλύονται με την συνδρομή του … Ρολάν Μπαρτ. / Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Όλγα Γεράκη, σελ. 307 (Tom McCarthy, The Remainder, 2006).

Τα εγκληματολογικά αρχεία είναι μια μορφή τέχνης, τίποτα λιγότερο. Ή μάλλον όχι, θα τολμήσω να πω ότι είναι υψηλότερη, πιο εξευγενισμένη από κάθε άλλο είδος τέχνης. Γιατί; Επειδή είναι αληθινά. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κομμάτι τους – τα διαγράμματα: με όλα αυτά τα περιγράμματα, τα βέλη και τα σκιασμένα κουτάκια μοιάζουν με πρωτοποριακούς πίνακες αφηρημένης τέχνης του περασμένου αιώνα – με ένα χορό από σχήματα και γραμμές, τόσο προσεγμένες και καλοσχεδιασμένες που θυμίζουν τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Δεν έχουν όμως τίποτε το αφηρημένο. Πρόκειται για καταγραφές στυγερών εγκλημάτων. Κάθε γραμμή, κάθε σύμβολο, κάθε γωνία – ακόμα και το ίδιο το μελάνι δονούνται από μια σχεδόν ανείπωτη βία, βγάζοντας σκοτεινές κραυγές μέσα από την ησυχία της λευκής κόλλας: κάτι συνέβη εδώ, κάποιος πέθανε. (σ. 185)

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς το τελευταίο απόσπασμα): mic.gr.



Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού - Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι - που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.




Πρώτη δημοσίευση: mic.gr