Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 45


Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την Πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.
Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 22. Ηλίας Μαγκλίνης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ροΐδης, Καβάφης, Μπεράτης, Φλομπέρ, Κάφκα, Τόμας Μαν, Σελίν, Κόνραντ, Καμί, Μισίμα, Γέρζι Κοζίνσκι, Φίλιπ Ροθ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Διαχρονικά: Εκκλησιαστής, Νεκρώσιμος Ακολουθία, Ιλιάδα, Οιδίπους Τύραννος, Κύρου Ανάβασις, Μακμπέθ, Χαγκακούρε, Εξομολογήσεις (Άγιος Αυγουστίνος), Φόβος και τρόμος (Κίρκεγκορ), Εγκλημα και τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Στην καρδιά του σκότους (Κόνραντ).
Σύγχρονα: «Παραδόσεις» (Ν. Πολίτη), «Παραλογαίς» (Γ. Ιωάννου), «Το κιβώτιο» (Αρης Αλεξάνδρου), «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (Μυριβήλης), «Απ’ το στόμα της παλιάς Remington» (Γιάννης Πάνου), «Βήματα» (Γέρζι Κοζίνσκι), «Αμερικανική Τριλογία» (Φίλιπ Ροθ), «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (Μίλαν Κούντερα), «Η επιλογή της Σόφι» (Ουίλιαμ Στάιρον), «Ο θάνατος του εμποράκου» (Αρθουρ Μίλερ), «Ο ήσυχος Αμερικανός» (Γκρέιαμ Γκριν), «Ο ξένος» (Αλμπέρ Καμί).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, του Χέμινγουεϊ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ισαάκ Μπάμπελ, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ρέιμοντ Κάρβερ, του Λέοναρντ Μάικλς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως. Κυρίως ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίκι Σάμπαθ από το «Θέατρο του Σάμπαθ» του Ροθ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στα σημειωματάριά μου, με το χέρι. Μετά, στον υπολογιστή και στη συνέχεια πολλαπλή επεξεργασία. Πρωινά πάντα, στο γραφείο μου. Σπάνια, κάποιες σημειώσεις με το χέρι τα βράδια ή μέσα στη νύχτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ποτέ μουσική όταν γράφω ή διαβάζω, στα ενδιάμεσα μόνον. Προτιμήσεις: κλασική, τζαζ, electronica.

Πώς βιοπορίζεστε;
Γράφω σε εφημερίδα και περιοδικά. Ενίοτε μεταφράζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Λυπάμαι αλλά όχι. Τα έχω αφήσει πίσω μου. Το καλύτερο βιβλίο είναι πάντα το επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«The Things They Carried» (Τim O’ Brien), «Για τον Μότσαρτ. Τα άμεσα ερωτικά στάδια ή το μουσικό ερωτικό» (Κίρκεγκορ), «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια» (Νίτσε).

Τι γράφετε τώρα;
Μία νουβέλα και διηγήματα. Συγκεντρώνω υλικό και κρατάω σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα εδώ και μια δεκαετία. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με εν εξελίξει έργα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Από το 2005 που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο δεν ασχολούμαι με την κριτική. Ασχολούμαι όμως με βιβλιοπαρουσιάσεις και συνεντεύξεις με συγγραφείς, ακολουθώντας το προσωπικό μου γούστο. Ναι, μου κλέβει πολύ χρόνο αλλά μου δίνει και ερεθίσματα.

Συζήτηση για την Ανάκριση (εκδ. Κέδρος, 2008) βλ. εδώ.

Δημοσίευση και στο: http://www.mic.gr/


Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 20. Αύγουστος Κορτώ


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τόμας Μαν, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλαν Κούντερα, Μάργκαρετ Άτγουντ, Ρουθ Ρέντελ, Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η αθανασία, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, Οι διορθώσεις, Η κούκλα που σκοτώνει, Δόκτωρ Φάουστους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Σάλιντζερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (μέχρι τα μπούνια), ο Κυριάκος Μαργαρίτης και η Έλενα Μαρούτσου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Φέλιξ Κρουλ.

Παρουσίαση των βιβλίων σας; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αφ’ ης στιγμής γραφτούν, τα βιβλία μου μού προξενούν απέραντη πλήξη (και δεν πρόκειται για μεταμφιεσμένο ακκισμό ή οίηση). Επομένως, αν και συνήθως αγαπάω πιο πολύ το στερνοπούλι μου, γενικώς δεν έχω έρωτα με το συγγραφικό μου παρελθόν.Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο μου alter ego, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, την ιστορία του οποίου θα δημοσιεύσω σε λίγους μήνες, με επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ου, πώς. Σε πλοία, τρένα, κρατώντας σημειώσεις στο πόδι σε ταξίδια, σε πάρκα και μουσεία... Αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται μόνον άπαξ και στρώσω τον κώλο μου στον οικόσιτο κομπιούτορα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Οι ιδέες μου είναι σαν τα σπερματοζωάρια – οι πιο σφριγηλές επιβιώνουν, και γονιμοποιούν το προσεχές βιβλίο. Αλλά όπως και στην εμβρυογένεση, η ανάπτυξη κι ωρίμανση της όποιας γόνιμης ιδέας έχει έναν αέρα εγκεφαλικής (τουτ’ έστιν, βιολογικής) μαγείας.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εξόν απ’ τον λατρευτό μου Χατζιδάκι, ακούω μόνο κλασική. Στο γράψιμο προτιμώ τον εικοστό αιώνα – Σοστακόβιτς, Σνίτκε, Πουλένκ... Όταν διαβάζω μου είναι αδύνατον ν’ ακούω μουσική. Κι όσο για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις μου, Θεός μου είναι ο Σούμπερτ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Πολύ ευχαρίστως. Μουσικό θρίλερ στη μετασταλινική Ρωσσία, με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, συνωμοσιολογικής μπαλαφάρας, μεταφυσικού, υπερφυσικού και πέρα για πέρα αφύσικου. Υπομονή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το Εκκρεμές του Φουκώ – κι ομολογώ πως έχω μαγευτεί.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Ποια μετάφραση απολαύσατε περισσότερο, ποια σας έβγαλε την ψυχή;
Η λογοτεχνική μετάφραση, εκτός από βιοπορισμός, είναι για μένα ένα ανεκτίμητο επιμορφωτικό εργαστήριο – προσπαθώντας να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων, απομυζώ, έστω και στάγδην, το μεγαλείο τους. Επομένως, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα γραπτά μου, αλλά τα ωφελεί αφάνταστα. Οι ρυθμοί μου είναι ρυθμοί μεροκαματιάρη: ένα εξάωρο μίνιμουμ κάθε μέρα, ούτε Σαββατοκύριακα, ούτε αργίες. Τώρα, από ψυχοβγάλτες... ο συγχωρεμένος ο Άπνταϊκ μπορεί να σου κάνει τα νεύρα κρόσια, αν και πιο πολύ με εξουθένωσε το τελευταίο τούβλο της Τζόις Κάρολ Όουτς. Όσο για την αγαπημένη, ‘υιοθετημένη’ μου συγγραφέα, είναι σαφώς η μοναδική, η αξεπέραστη Άννι Πρου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

Περιοδικό (δε)κατα 19 (φθινόπωρο 2009)


Αυτά έχει η ζωή, τιτλοφορείται το φθινοπωρινό «δέκα στα δέκα/τα» τεύχος καθώς το τραγικά απρόβλεπτο και απρόβλεπτα τραγικό της κυριαρχεί στα περισσότερα κείμενά του. Το διηγηματολόγιο των (δε)κάτων είναι πάντα γεμάτο από συνεργασίες με νέα ονόματα και μπορεί κανείς να πει πως εδώ κάθε φορά βράζει νέο λογοτεχνικό αίμα. Από τους «παλιούς» συμμετέχουν οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Αρκουδέας κ.ά. Αφηγήματα από Κώστα Βούλγαρη και Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, απόσπασμα από το φρέσκο μυθιστόρημα του Κώστα Καβανόζη, o Αλέξανδρος Ίσαρης στο μαγνητόφωνο. Ο J.M. Coetzee λογοτεχνεί Καθώς μια γυναίκα γερνάει και ο Περουβιανός Javier Silva Meinel εκθέτει 7 μαυρόασπρες υποβλητικές φωτογραφίες με θέμα Τελετές από τις Άνδεις. Ανταποκρίσεις από Περού και Νέα Υόρκη, γράμμα από το Μεξικό ή Πώς οι σαπουνόπερες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Το εν λόγω κείμενο είναι απίστευτο!

Ιδιαίτερο και συζητήσιμο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή του Τζόναθαν Λίτελ στο περιοδικό και ο σχετικός σχολιασμός από την Guardian – αμφότερα δημοσιεύονται εδώ. Να θυμίσω πως ο Λίτελ ήταν ο βραβευμένος των (δε)κάτων για τις Ευμενίδες, το ογκώδες αμφιλεγόμενο βιβλίο με τον παραληρηματικό ήρωα – εγκληματία των SS. Αντιγράφω: Πάντα πίστευα ότι η λογοτεχνία είναι μία κατ’ εξοχήν ιδιωτική υπόθεση. Και το τι συμβαίνει ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και το έργο του ανήκει σε μία σφαίρα εντελώς διαχωρισμένη από τη διάδραση αυτού του έργου με αυτούς που το διαβάζουν, το σχολιάζουν, το εγκωμιάζουν ή το καταδικάζουν. Η ιδιωτικότητα είναι για μένα μία θεμελιώδης προϋπόθεση για να δημιουργώ, για να εργάζομαι. Ήταν και πριν δημοσιευτεί το βιβλίο μου και παραμένει μέχρι σήμερα. Με αυτό το πνεύμα εκφράζω την ελπίδα μου ότι η αδυναμία μου να είμαι σήμερα μαζί σας θα εκληφθεί ως αυτό που είναι, μία εκδήλωση της κοινής αγάπης μας για τη λογοτεχνία. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχη 85 και 86


Τεύχος 85 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

Η εξαιρετική φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του François Delebecque, ενός από τους σπάνιους, αν όχι τους τελευταίους φωτογράφους που ασχολούνται με το ασπρόμαυρο γυμνό. 11 δείγματά του παρουσιάζονται στο ένθετο Camera Obscura που πάντα τέμνει στη μέση κάθε εντευκτηριακό τεύχος. Δυο «διεθνείς» (Haruki Murakami, William Trevor) και 5 εγχώριοι συγγραφείς από την καλύτερη πάστα που διαθέτουμε (Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιάννης Καισαρίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Σοφία Νικολαΐδου) παραδίδουν εξαιρετικά διηγήματα, με εξαίρεση την τελευταία που ξεκλέβει απόσπασμα από μελλοντικό μυθιστόρημα. Ο Σάκης Σερέφας παραδίδει το κείμενο που διάβασε στην επίσημη προβολή της ταινίας «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διηγείται πώς γνώρισε τον Μενη Κουμανταρέα ως «πρωτοεμφανιζόμενος». Ακόμα, ποίηση Διονύση Καψάλη, Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Δήμητρας Χριστοδούλου, Βασίλη Αμαντίδη, του Σλοβάκου Jan Zambor κ.άλλων, συνεργασία Ντίνου Χριστιανόπουλου, κείμενα για τον Μπέργκμαν και για μια κοσμοπολίτικη αποεθνικοποιημένη Ευρώπη μεταναστών.

Τεύχος 86 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

Με αφορμή την εκατονταετία από την γέννηση του Φράνσις Μπέικον το τεύχος παρουσιάζει ένα εκλεκτό αφιέρωμα στην ζωή και το έργο του κατεξοχήν εικονογράφου του 20ού αιώνα. Βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ο θάνατος και ο πόνος στις συνθέσεις του, ένα τρίπτυχο από τον Ηλία Μαγκλίνη, κείμενο του John Maybury, σκηνοθέτη της ταινίας Η αγάπη είναι ο Διάβολος: Μελέτη για ένα πορτραίτο του Φράνσις Μπέικον, προσωπική εξομολόγηση του Μίλαν Κούντερα, ο «καταραμένος» δημιουργός και η ομοφυλοφιλία, και μια φορτισμένη διήγηση του Ηλία Κουτσούκου. Δεν ήξερες ρε Ηλία, δε ρώταγες;

Κατά τα άλλα, ο Dino Buzzati ανοίγεται σε ένα λυρικότατο κείμενο περί ανώφελων καλεσμάτων σε κάποια που αγάπησε οριακά, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δίνει φωνή σε μία ακόμα αξιόμνημη ηρωίδα, η Μαρία Κουγιουμτζή διηγηματογραφεί στη μνήμη Ν. Γ. Πεντζίκη. Ακόμα: ποίηση Γιώργη Μανουσάκη, Αλεξάνδρας Πλαστήρα, Thom Gunn (που μαζί με τον Τεντ Χιουζ και Φίλιπ Λάρκιν καταχωρούνται ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες φωνές της πρώτης σημαντικής βρετανικής μετά Έλιοτ - Ώντεν γενιάς), εξαίρετες μικρές φόρμες του Alfred Polgar, διηγήματα Νικήτα Παρίση και Joseph Kessel, διαδικτυακή παράθεση σκέψεων Φίλιππου Δρακονταειδή και Χρήστου Χρυσόπουλου με αφορμή το μυθιστόρημα του τελευταίου Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, κείμενα για τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ever forever), νέα στήλη με αξιοσημείωτα αποκόμματα εφημερίδων.

Κλείνω με κομμάτι από τον Observer: Όπως έγραψε ο συγγραφέας Πωλ Μπόουλς, το κρανίο του Μπέικον έμοιαζε έτοιμο να εκραγεί από εσωτερική πίεση. Ή, ίσως το κρανίο του ήταν πιθανότερο να υγροποιηθεί, να λιώσει όπως το κερί από κάποια φαντασίωση έκρηξης που έκρυβε μέσα του. Μπορούσα να φανταστώ έναν σωρό από μπογιά παπουτσιών, μάσκαρα, ρουζ και αμμωνία να λερώνει το παχύ χαλί της Όπερας. Μετά από μερικά χρόνια σκληρής δουλειάς στη διάρκεια της ημέρας και αυτοκαταστροφικών απολαύσεων τη νύχτα, ο Μπέικον πέθανε το 1992 μετά από καρδιακή προσβολή στη Μαδρίτη. Τώρα, πάμπλουτοι έμποροι όπλων συναγωνίζονται για να αποκτήσουν τα έργα του. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Λογοτεχνείο, αρ. 41


Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

Στην Ρούλα Αλαβέρα

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2009)


Η ιδέα της απούσας πόλης είναι κάτι πολύ ζωντανό για μένα. Κάθε φορά που περπατώ στο Μπουένος Άιρες ανακαλύπτω κάποιο δρόμο, κάποιο μέρος όπου έχω ζήσει στο παρελθόν, που πια δεν είναι αυτό που ήταν, που συνεχίζει να υπάρχει εκεί, διαφορετικό απ’ αυτό ου ήταν. Είναι μια πολύ που πια δεν υπάρχει αλλά συνεχίζει να είναι παρούσα ως μια χαμένη προσωπικότητα.
Ακόμα κι όταν απαντάει σε ερωτήσεις ο Ρικάρντο Πίγλια [Ricardo Piglia, γεν. 1940] ανάβει πολλαπλά φωτάκια σκέψης και συνείδησης, πόσο μάλλον όταν γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Βέβαια είναι η μικρή φόρμα εκεί όπου έχει θαυματουργήσει αυτός ο υπέροχος Αργεντινός, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς εκείνου του Νότου και οποιουδήποτε Νότου. Στο Πλανόδιο τούτο Αφιέρωμα η Ελένη Κεφάλα συζητά μαζί του, μεταφράζει κείμενά του (όπως το εκπληκτικό Η τρελή και η ιστορία του εγκλήματος) και μας εισάγει στο έργο του, έναν κόσμο όπου δίνεται φωνή στις πιο ετερογενείς και ετερόκλητες παραδόσεις και αφηγήσεις.

Αν ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του, όπως είχε πει ο Μπόρχες, τότε αυτός ο Αργεντινός έχει πίσω του ολόκληρη παρέα: Κάφκα, Μεσεδόνιο, Άρλτ, Χέμινγουέι, Μπρέχτ, Ονέτι (Το Ναυπηγείο του οποίου σεναριακά μετέπλασε για ταινία) και πολλούς ακόμα. Με μια προσωπική αισθητική συγκρητιστική δυο αντίρροπων πόλων (Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ρομπέρτο Άρλτ) οι σύντομες φόρμες του ή αλλιώς κείμενα μικρού μήκους ή αλλιώς μικροαφηγήσεις εκφράζουν «τις εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση τις ολοκληρωτικές αφηγήσεις». Για τον Πίγλια η έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους αφήγηση ιστοριών, η λανθάνουσα προφορικότητα του είδους (το διήγημα ως μια εφήμερη εκδοχή σε μια σειρά άπειρων δυνάμει παραλλαγών), η αφηγηματική οικονομία και η αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαίου καθιστούν το διήγημα «ανώτερο» του μυθιστορήματος στον συλλογικό ψυχισμό. Και διατηρείται πάντα το ερεθιστικό ερώτημα: Μέχρι ποιό σημείο μπορεί να συμπυκνωθεί μια ιστορία;

Κατά τα άλλα, ο Σλοβάκος γείτονάς Jan Zambor γίνεται πλέον και ψυχικός μας πλησιαστής χάρη στα εννέα ποιήματα που μεταφράζει ο Κάρολος Τσίζεκ και σε υπέροχες συνθέσεις όπως το «Μια γυναίκα απ’ τον ανώνυμο κόσμο» από την συλλογή Ένα άλογο στον οικισμό (1983), οι Τάσος Πορφύρης και Βασίλης Μανουσάκης καταθέτουν διηγήματα και όπως πάντα το κύριο σώμα βρίθει ποιημάτων (Γιάννης Δάλλας, Ιωάν. Σ. Ρώσσης, Αγγελική Σιδηρά, Γρηγορία Πούλιου κ.ά.). Ο Φώτης Τερζάκης περιδιαβαίνει Κένυα και Τανζανία στα κειμενο-φωτογραφικά Υποσαχάριά του και στο τέλος του διαδρόμου και πάντα στη θέση του ο Αρχιληξίαρχος. Αυτή τη φορά έχει εντοπίσει ένα κείμενο του Βασίλη Βασιλικού για τους μπίτνικς εν έτει 1962 και επ’ ευκαιρία ανασκοπεί τις πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής περί αυτών κριτικής.

-Γράψε μας κάτι ακόμα, Ρικάρντο. -Ένα διήγημα πάντα διηγείται δυο ιστορίες. Η αλήθεια μιας ιστορίας εξαρτάται πάντα από ένα συμμετρικό επιχείρημα που αναπτύσσεται κρυφά. Το να τελειώνεις ένα διήγημα σημαίνει να ανακαλύπτεις το σημείο τομής που σου επιτρέπει να μπεις στην άλλη πλοκή.[238 σελ.]
Εκδότης: Γιάννης Πατίλης, planodion@otenet.gr

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr


Εντγκάρντο Κοζαρίνσκυ – Ο Μολδαβός σωματέμπορος


Μπορεί ένα κουτί παπουτσιών να χωρέσει αποκόμματα αναμνήσεων μιας ζωής; Για τον ηλικιωμένο αργεντινό ηθοποιό Σάμι Βαρσάουερ μπορεί, αρκεί να περιέχει τα θεατρικά προγράμματα των παραστάσεων που συμμετείχε, και κυρίως ένα: του γίντις έργου Ο Μολδαβός σωματέμπορος που είχε παιχτεί το 1927 στις αθλιεμένες συνοικίες των μεταναστών. Το κουτί φτάνει σ’ έναν νεαρό δημοσιογράφο που οδηγείται με τη σειρά του στο χειρόγραφο και μέσω αυτού στο άνοιγμα ενός άγνωστου τραγικού κόσμου.

Το 1891 η αργεντινή κυβέρνηση πούλησε αχανείς εκτάσεις γης σε βαρόνο, για δημιουργία αποικιών διωγμένων Εβραίων, μια ιδανική δεξαμενή για την οργάνωση Ζβι Μιγκντάλ που έφτασε να διαθέτει 2.000 οίκους ανοχής και 30.000 γυναίκες, με τις ευλογίες της εβραϊκής κοινότητας και τις προστασίες της εγχώριας αστυνομίας και δικαιοσύνης. Προφανώς η συγκυρία υπήρξε βολική τόσο για τους εχθρούς της εθνότητας (που μπορούσαν πλέον να χαρακτηρίζουν γενικευμένα τις Εβραίες γυναίκες) όσο και για τους εσωτερικούς της κοινότητας (που μπορούσαν να ξεσπούν σε αποδιοπομπαίους τράγους), ενώ το θέμα παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα ταμπού της πολύπαθης χώρας. Trafficking, μορφή πρώτη: Χιλιάδες Εβραίες από την Ανατολική Ευρώπη βρέθηκαν στην Αργεντινή μέσω ταμάτων νέας ζωής ή γάμου, καταλήγοντας σε πορνεία παρά την θέλησή τους. Trafficking, μορφή δεύτερη: Χιλιάδες νέες από την Ανατολική Ευρώπη βρίσκονται σε Δυτικές χώρες μέσω κοινής (αυτ)απάτης με ίδια κατάληξη. Ο γιος του μπαντονεονίστα που είχε αγαπήσει και απαγάγει μια τέτοια πόρνη συναντά με τη σειρά του μια ανήλικη πόρνη από το Κοσσυφοπέδιο σε αυτοκινητόδρομο έξω από το Παρίσι.

Σ’ έναν άλλο παράλληλο μα εν τέλει εφαπτόμενο κόσμο, οι Εβραίοι συνέχιζαν το δικό τους θέατρο, προσθέτοντας στοιχεία αργεντινής μουσικής (ταγκό κλπ.) και δημιουργώντας ένα ιδιότυπο γίντις μουσικό θέατρο. Το λαϊκό αυτό έργο (που είχε γραφτεί από επαγγελματία προξενητή και αναφερόταν σ’ έναν ευαίσθητο προαγωγό που πήρε πάνω του το έγκλημα μιας πόρνης, προφανώς αλλοιώνοντας μια φρικιαστική πραγματικότητα) διαπλέκεται και κληρονομικά με την αληθινή ζωή δεκαετίες αργότερα: και στις δυο περιπτώσεις ο άγγελος υπερασπιστής της αγαπημένης του πόρνης υφίσταται τις σκληρές συνέπειές των πράξεών του. Στον τραγικό κόσμο του trafficking και του εμπορίου λευκής σάρκας, φαίνεται πως τίποτα δεν αλλάζει, παρά μόνοι οι τόποι και τα ονόματα. Μένουν οι προσωπικές αντιστάσεις του καθενός, κι εδώ λάμπουν.

Αργεντινός πλην αυτοεξόριστος στο Παρίσι μετά την επάνοδο του Περόν (1973) όπου και άρχισε την σκηνοθετική του περιπέτεια σε φιλμ και βιογραφίες (Ζαν Κοκτώ, Σάρα Μπερνάρ, Αντρέι Ταρκόφσκι), ο Κοζαρίνσκυ (γενν. 1939), πήρε …μεταγραφή στις μελέτες (Ο Μπόρχες και ο Κινηματογράφος, 1974) και την λογοτεχνία. Εκεί «ζωγραφίζει» ως μικροφορμίστας, δηλώνει μαθητής όχι των μεγάλων αργεντινών αλλά του … Χένρι Τζέιμς και συντομογράφος της έκφρασης πετώντας κάθε περιττό στοιχείο - εξ ου και το μικρό μέγεθος του βιβλίου του, απ’ το οποίο θα έπρεπε να παίρνουν μαθήματα τόσοι δικοί μας συγγραφείς που θέλουν να ξεπερνούν το 450σέλιδο. Σ’ αυτό το «θεατρικό μέσα στο μυθιστόρημα» σφίγγονται οι αρμοί της πλοκής και στύβονται οι μελοδραματικοί χυμοί, μαστορεύοντας ένα ιδανικό documentary fiction

Οι ξεθωριασμένοι τοίχοι, οι λεκέδες από υγρασία στο ταβάνι, όπου, παρά τα διαφορετικά σχήματα, αναγνωρίζει τα ίδια πρόσωπα που έβλεπε και σ’ εκείνους της πανσιόν, η μυρωδιά της σόμπας κηροζίνης, που δεν μετριάζεται από τα φύλλα ευκαλύπτου που βράζουν σ’ ένα σκεύος τοποθετημένο στη φωτιά, όλα σβήνουν σιγά σιγά, μαζί με τις μέρες που μπερδεύονται και τις ώρες που άλλοτε δεν περνούν κι άλλοτε σκοντάφτουν η μία πάνω στην άλλη. Κάποια στιγμή θα ξαναγίνει η παιδούλα που τρέχει σ’ ένα χωματόδρομο, ανάμεσα σε ακακίες και φλαμουριές, και σωριάζεται στο ροσερό χορτάρι κουτρουβαλώντας ώσπου να της κοπεί η ανάσα, σε μια χώρα που έχει αλλάξει όνομα, μέσα σε σύνορα που έχουν αλλάξει θέση, προσπαθώντας να φανταστεί τον αδιανόητο κόσμο που την προσμένει στην άλλη πλευρά του ωκεανού. [σ. 73]

Συντεταγμένες: Εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, επίμετρο Αλμπέρτο Μανγέλ, σελ. 177 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Κάτι για τον δρόμο: Φεύγοντας περάστε από ένα ακόμα δωμάτιο με σκούρα ταπετσαρία: εκεί περιμένει ο Librofilo να εκφράσει τον ενθουσιασμό του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr



Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού - Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι - που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.




Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Άρης Μαραγκόπουλος – Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες. Κείμενα για την Ανα-θεώρηση της Νεοελληνικής Πεζογραφίας

Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ξεναγός μας στα χωράφια του Τζέιμς Τζόις και στο Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο, εκδότης των Τόπος και πάνω απ’ όλα λογοτέχνης (με πιο πρόσφατη εσοδεία δυο πολύ δυνατά βιβλία - Η μανία με την άνοιξη και True Love) ο Α. Μαραγκόπουλος (Αθήνα, 1948) συντάσσει ευφυώς εδώ μια Νεωτερική Γεωγραφία της Νεοελληνικής Πεζογραφίας σε ένα πρελούδιο, 5 τμήματα κι ένα επίμετρο. Ξεκινώντας με έναν ευφυή παραλληλισμό του Μοντέρνου στη λογοτεχνία με το Ροκ και του Μεταμοντέρνου με το Ρεμίξ και παρουσιάζοντας τις ειδοποιούς διαφορές των δύο διαμετρικά αντίθετων αυτών περιοχών (που συχνά συγχέονται), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση νεοελληνικών κειμένων που ορίζει ως παραβατικά.

Αν η κατάκτηση της νεωτερικής λογοτεχνίας τον 20ο αιώνα ήταν να την δει ο αναγνώστης ως αυθύπαρκτο σώμα (εφόσον οι μοντερνιστές συγγραφείς - Τζέιμς, Κάφκα, Γουλφ - επέμειναν στην δική τους δυνάμει πραγματικότητα, αργότερα δε - Μπόρχες, Τζόις, Μπέκετ, Μπροχ, Πίντσον - υποκατέστησαν τον Δημιουργό, και το κείμενό τους το Σύμπαν), η νεωτερική κριτική οφείλει να αντιμετωπίσει την Λογοτεχνία ως Πόρνη, ως αυθύπαρκτο ζωντανό σώμα που (φαντάζεται πως) εισέρχεται κάποιος για πρώτη φορά. Εκεί που ο μέσος αναγνώστης την αντιμετωπίζει με τρόμο, σαν το σώμα λιπόθυμης γυναίκας, ο νεωτερικός αναγνώστης πρέπει ν’ ανακαλύπτει ίχνη άλλων εραστών – συγγραφέων και αναγνωστών, ο δε νεωτερικός κριτικός να γνωρίζει πως στο χέρι του είναι να αναστηθεί, να φιλήσει το συφιλιδικό της στόμα, κι όταν εκείνη αφυπνιστεί να μην φοβάται την ασύστολη γλώσσα της, την αδιαντροπιά της, τα ανοίκεια κουνήματα και την διασάλευση των κανόνων. Κάθε φορά είναι μια καινούργια φορά.

Στη χώρα μας η λογοτεχνία από την αρχή της φορτώθηκε με μια σειρά ιδεολογημάτων. Έγινε μηχανισμός εξασφάλισης εθνικής ταυτότητας, παράγοντας πατριδογνωσίας, της κόλλησαν την ετικέτα της ηθογραφίας αρχικά, την αριστερή θέση της «στρατευμενης» ανάγνωσης αργότερα. Έπρεπε να αποδείξει την ελληνικότητά της (έννοια ευρύτερη από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού»), να καλύψει την απώλεια της ιστορικής συνέχειας, του χρόνου, της γλώσσας. Σπάνια εκτιμήθηκαν η αισθητική, η καθεαυτό λογοτεχνική αξία, η λογοτεχνικότητα. Γι’ αυτό και μας λείπει ένας χάρτης της νεοελληνικής λογοτεχνικότητας, του ύφους, του στιλ, των τεχνικών.

Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, μπορούμε να διαβάσουμε διαφορετικά και να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που ως τώρα ήταν χαντακωμένη μέσα στα παραπάνω ιδεολογήματα ή παρέμενε άγνωστη και περιθωριοποιημένη. Η νεωτερική/ παραβατική λογοτεχνία κατά τον Α.Μ. διαβάζει όλη την προηγηθείσα απλώς υπό νέα οπτική και ενδιαφέρεται για κάθε λογοτεχνία που παρεκκλίνει από τον συμβατικό κανόνα και μιλά μιαν άλλη φωνή. Εδώ απόψεις του τύπου «Μοντέρνοι υπήρξαν μόνο ο Σκαρίμπας κι ο Πεντζίκης άντε κι ο Καχτίτσης, μοντερνισμός ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα, αν υπήρξε περιορίστηκε στην Γενιά του Τριάντα και δεν έχει σχέση με την παράδοση, ένα έργο για να θεωρείται νεωτερικό αρκεί να έχει νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους» καταβαραθρώνονται.

Φανταστείτε! Ο Μαραγκόπουλος διαπιστώνει ψήγματα μιας παραβατικότητας ήδη από την πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία, που αργότερα γίνονται ολοφάνερα στους πρωτοπόρους Μητσάκη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη. Πρόδρομοι παραβάτες όλοι, που συγκροτούν την προϊστορία ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, όπως και οι Ραμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Ντεφό, Σουίφτ, Ντιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Τζέιμς, Γουλφ κ.ά. που συγκρότησαν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κεφάλαιο! Μετά έσπειραν οι Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Καρυωτάκης, οι κατεξοχήν παραβατικοί Αξιώτη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Μπεράτης, Καχτίτσης, Πεντζίκης, η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Γιαννόπουλος, Σπανδωνίδης), οι του ’30, οι «κατοχυρωμένοι» νεωτερικοί (Χειμωνάς, Γονατάς, Σχινάς, Βαλαωρίτης), κι άλλοι ανένταχτοι, από τον Χάκκα ως τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη.

Σε ειδικότερα κεφάλαια ξαναδιαβάζονται οι πρωτομοντερνικές περιπτώσεις των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη, οι Αριστεροί Μοντερνιστές (ο κατάμαυρος Βουτυράς, ο υπογράφων ως ποιητής, διαγνωστικός, πολεμικός Νικόλας Κάλας, τραγικά προχωρημένος για την εποχή του, οι Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Ρίτσος) και οι Ευρωκεντρικούς Μοντερνιστές (Καΐμη, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Υπερρεαλιστές). Βαθειά νερά, φλογερή γραφή, ευανάγνωστες παραπομπές, σύντομα μικρά κομμάτια που βοηθούν στην κατανόηση και αποστάζουν όλη την ουσία.

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 379. Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/. Στις φωτογραφίες ο συγγραφέας και ο Νικόλας Κάλας, μπροστά στα αχανή τοπία της έμπνευσης.