Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης - Γραφή κατοχής. Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα

Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής


Έχω ένα κουτί μυστικά προσωπικά αισθήματα
μελετώ της γέννησης την ταυτότητα με το θάνατο
προσπαθώ την πολιτεία στο διάστημα να διακρίνω του χρόνου (…)

Φωτογραφίες, 7 (στ. 1-3)

Ο κατεξοχήν θησαυριστής του ανεξάντλητου αρχειακού υλικού αισθημάτων, εικόνων και εντυπώσεων Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης μας κοινωνεί απρόσμενα τούτο το σπάνιο σύνολο κτερισμάτων από το έργο του, με τη μορφή «επετειακής έκδοσης για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση και τα δεκαπέντε έτη από την εκδημία του», διαμεσολαβούντος αγγελιοφόρου - επιμελητή του υιού Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη.

Το «Χειρόγραφο 1943» περιέχει το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943, λεπτομερή κατάλογο αναγνωσμάτων και ολόκληρη την σειρά ποιημάτων Φωτογραφίες (γνωστή μέχρι σήμερα μόνο από τη δημοσίευση δύο εξ αυτών ή από μνείες σε άλλα έργα). Οι 119 στίχοι του πρώτου Ποιήματος αναπτύσσονται γύρω από τέσσερα ιστορικά γεγονότα χρονικής έκτασης τριών και πλέον αιώνων, ενώ μεταξύ των κειμένων που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την σύνθεσή του περιλαμβάνονται έργα των Ουναμούνο, Φρανς, Λόρκα, Ξενόπουλου, Μαίτερλιγκ, Ντ’ Ανούντσιο, Ταφραλή και Ψελλού). Η έκδοση περιλαμβάνει το πανομοιότυπο του χειρογράφου (γραμμένου σε σελίδες εμπορικού κατάστιχου), επίμετρο του επιμελητή, εργοβιογραφικό χρονολόγιο αλλά και δώδεκα ανέκδοτα και δημοσιευμένα «συναφή και παρεμφερή κείμενα», ως μια πρώτη απόπειρα θεματικής παρουσίασης και ανθολόγησης κειμένων του συγγραφέα.

Εντασσόμενη στην ογκώδη κατοχική συγγραφική παραγωγή του, η Γραφή Κατοχής μοιάζει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του πεντζίκειου λόγου: την αποθέωση της εικονοπλαστικής γραφής, την πληθώρα κειμενικών ή άλλων αναλόγων, την συρραφή αλλεπάλληλων μνημονικών και αισθητικών εντυπώσεων. Όμως, αν ο Πεντζίκης ως κατεξοχήν μοντερνιστής αφηγητής επικεντρωνόταν στην απόπειρα εξερεύνησης ενός αποσυνθεμένου εσωτερικού κόσμου, στο Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 κυριαρχεί, παράλληλα, μια απεγνωσμένη καταγραφή ενός διαμελισμένου εξωτερικού κόσμου, γεμάτου εκτελέσεις, σφαγές, νεκρούς. Η δεδομένη αδυναμία της μοντερνιστικής γραφής να οργανώσει και να εξαντλήσει το θέμα της εδώ εμφανίζεται αντεστραμμένη: κάθε στίχος από μόνος του αποτελεί μια συμπυκνωμένη ιστορία. Εκείνος που κάποτε είπε είναι αμάρτημα να μην είσαι παρών σ' αυτό που συμβαίνει μέσα σου στην προκείμενη συγκυρία μοιάζει υποχρεωμένος να καταγράψει, μέσω μιας γνώριμής του «ποιητικής της μνήμης» όσα διαδραματίζονται γύρω του – πολύ δε περισσότερο εφόσον: δεν αρνιέται τα ατομικά αισθήματα ο ποιητής / προσπαθεί σ’ έννοιες καθολικές να τα ευρύνει (στ. 17-18 του Ποιήματος).

Αν το Ψιλή ή περισπωμένη αποτελούσε, σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της Μάρης Θεοδοσοπούλου «βιβλιάριον εθνικής ανατάσεως», το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 έχει στοιχεία, τολμώ να πω, «σημειωματάριου εθνικής οδύνης», όπου ο κατεξοχήν συναξαριστής του παραμυθητικού λόγου επιχειρεί να προσεγγίσει την τραγική ουσία της ιστορικής συγκυρίας προτού καταλήξει: η παράσταση τελειώνει όμως η ζωή δε σταματά (στ. 99 του Ποιήματος). Για άλλη μια φορά στο ανεξάντλητο σώμα του πεντζίκειου λόγου, τα οστά του οποίου εδώ τυγχάνουν καθαγιασμένης ανακομιδής και λιτάνευσης, η ζωή δεδικαίωται και μέσω του θανάτου.

Εκδ. Άγρα, επιμέλεια – σχόλια – επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, σελ. 175

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 586, 15.1.2010 (και εδώ).

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Άρης Μαραγκόπουλος – Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες. Κείμενα για την Ανα-θεώρηση της Νεοελληνικής Πεζογραφίας

Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ξεναγός μας στα χωράφια του Τζέιμς Τζόις και στο Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο, εκδότης των Τόπος και πάνω απ’ όλα λογοτέχνης (με πιο πρόσφατη εσοδεία δυο πολύ δυνατά βιβλία - Η μανία με την άνοιξη και True Love) ο Α. Μαραγκόπουλος (Αθήνα, 1948) συντάσσει ευφυώς εδώ μια Νεωτερική Γεωγραφία της Νεοελληνικής Πεζογραφίας σε ένα πρελούδιο, 5 τμήματα κι ένα επίμετρο. Ξεκινώντας με έναν ευφυή παραλληλισμό του Μοντέρνου στη λογοτεχνία με το Ροκ και του Μεταμοντέρνου με το Ρεμίξ και παρουσιάζοντας τις ειδοποιούς διαφορές των δύο διαμετρικά αντίθετων αυτών περιοχών (που συχνά συγχέονται), επιχειρεί μια νέα ανάγνωση νεοελληνικών κειμένων που ορίζει ως παραβατικά.

Αν η κατάκτηση της νεωτερικής λογοτεχνίας τον 20ο αιώνα ήταν να την δει ο αναγνώστης ως αυθύπαρκτο σώμα (εφόσον οι μοντερνιστές συγγραφείς - Τζέιμς, Κάφκα, Γουλφ - επέμειναν στην δική τους δυνάμει πραγματικότητα, αργότερα δε - Μπόρχες, Τζόις, Μπέκετ, Μπροχ, Πίντσον - υποκατέστησαν τον Δημιουργό, και το κείμενό τους το Σύμπαν), η νεωτερική κριτική οφείλει να αντιμετωπίσει την Λογοτεχνία ως Πόρνη, ως αυθύπαρκτο ζωντανό σώμα που (φαντάζεται πως) εισέρχεται κάποιος για πρώτη φορά. Εκεί που ο μέσος αναγνώστης την αντιμετωπίζει με τρόμο, σαν το σώμα λιπόθυμης γυναίκας, ο νεωτερικός αναγνώστης πρέπει ν’ ανακαλύπτει ίχνη άλλων εραστών – συγγραφέων και αναγνωστών, ο δε νεωτερικός κριτικός να γνωρίζει πως στο χέρι του είναι να αναστηθεί, να φιλήσει το συφιλιδικό της στόμα, κι όταν εκείνη αφυπνιστεί να μην φοβάται την ασύστολη γλώσσα της, την αδιαντροπιά της, τα ανοίκεια κουνήματα και την διασάλευση των κανόνων. Κάθε φορά είναι μια καινούργια φορά.

Στη χώρα μας η λογοτεχνία από την αρχή της φορτώθηκε με μια σειρά ιδεολογημάτων. Έγινε μηχανισμός εξασφάλισης εθνικής ταυτότητας, παράγοντας πατριδογνωσίας, της κόλλησαν την ετικέτα της ηθογραφίας αρχικά, την αριστερή θέση της «στρατευμενης» ανάγνωσης αργότερα. Έπρεπε να αποδείξει την ελληνικότητά της (έννοια ευρύτερη από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού»), να καλύψει την απώλεια της ιστορικής συνέχειας, του χρόνου, της γλώσσας. Σπάνια εκτιμήθηκαν η αισθητική, η καθεαυτό λογοτεχνική αξία, η λογοτεχνικότητα. Γι’ αυτό και μας λείπει ένας χάρτης της νεοελληνικής λογοτεχνικότητας, του ύφους, του στιλ, των τεχνικών.

Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, μπορούμε να διαβάσουμε διαφορετικά και να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που ως τώρα ήταν χαντακωμένη μέσα στα παραπάνω ιδεολογήματα ή παρέμενε άγνωστη και περιθωριοποιημένη. Η νεωτερική/ παραβατική λογοτεχνία κατά τον Α.Μ. διαβάζει όλη την προηγηθείσα απλώς υπό νέα οπτική και ενδιαφέρεται για κάθε λογοτεχνία που παρεκκλίνει από τον συμβατικό κανόνα και μιλά μιαν άλλη φωνή. Εδώ απόψεις του τύπου «Μοντέρνοι υπήρξαν μόνο ο Σκαρίμπας κι ο Πεντζίκης άντε κι ο Καχτίτσης, μοντερνισμός ουδέποτε υπήρξε στην Ελλάδα, αν υπήρξε περιορίστηκε στην Γενιά του Τριάντα και δεν έχει σχέση με την παράδοση, ένα έργο για να θεωρείται νεωτερικό αρκεί να έχει νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους» καταβαραθρώνονται.

Φανταστείτε! Ο Μαραγκόπουλος διαπιστώνει ψήγματα μιας παραβατικότητας ήδη από την πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία, που αργότερα γίνονται ολοφάνερα στους πρωτοπόρους Μητσάκη, Βιζυηνό, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη. Πρόδρομοι παραβάτες όλοι, που συγκροτούν την προϊστορία ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, όπως και οι Ραμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Ντεφό, Σουίφτ, Ντιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Τζέιμς, Γουλφ κ.ά. που συγκρότησαν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό κεφάλαιο! Μετά έσπειραν οι Ροδοκανάκης, Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Καρυωτάκης, οι κατεξοχήν παραβατικοί Αξιώτη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Μπεράτης, Καχτίτσης, Πεντζίκης, η Σχολή της Θεσσαλονίκης (Γιαννόπουλος, Σπανδωνίδης), οι του ’30, οι «κατοχυρωμένοι» νεωτερικοί (Χειμωνάς, Γονατάς, Σχινάς, Βαλαωρίτης), κι άλλοι ανένταχτοι, από τον Χάκκα ως τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη.

Σε ειδικότερα κεφάλαια ξαναδιαβάζονται οι πρωτομοντερνικές περιπτώσεις των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη, οι Αριστεροί Μοντερνιστές (ο κατάμαυρος Βουτυράς, ο υπογράφων ως ποιητής, διαγνωστικός, πολεμικός Νικόλας Κάλας, τραγικά προχωρημένος για την εποχή του, οι Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Ρίτσος) και οι Ευρωκεντρικούς Μοντερνιστές (Καΐμη, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Υπερρεαλιστές). Βαθειά νερά, φλογερή γραφή, ευανάγνωστες παραπομπές, σύντομα μικρά κομμάτια που βοηθούν στην κατανόηση και αποστάζουν όλη την ουσία.

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 379. Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/. Στις φωτογραφίες ο συγγραφέας και ο Νικόλας Κάλας, μπροστά στα αχανή τοπία της έμπνευσης.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Ο Φαρφουλάς, τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 2008)


Ένας 60σέλιδος Φαρφουλάς αφιερώνεται κατά το ήμισυ στον μεγάλο διηγηματογράφο Δημοσθένη Βουτυρά (1872 – 1958) - που άλλωστε ονοματοδότησε το έντυπο - ως σπονδή λέξεων για το ιωβηλαίο της αποδημίας του. Μεταξύ των τραταρισμάτων: συνέντευξη του ίδιου του συγγραφέα από το 1925, απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον ακούραστο επιμελητή των Απάντων του Βάσια Τσοκόπουλο από το ραδιο-αφιέρωμα του Καναλιού 1 του Πειραιά (περιοχή που άλλωστε βίωσε και κατέγραψε στις πιο εξαθλιωμένες στιγμές της), σεναριακή διασκευή διηγήματός του – εξαιρετική ιδέα και σύλληψη - από τον Οδυσσέα Σταυράκη, σταχυολόγηση στίχων από τα κείμενά του, πλήρης καταλόγος πορείας κ.ά. Η εικονογράφηση είναι όπως πάντα η ιδανικότερη, με αισθητική άλλης εποχής, εξώφυλλα παλαιών εκδόσεων, τις σημειώσεις του πάνω σε τσιγαρόκουτα, υπογραφές σε στρατσόχαρτα και λαδόκολλες, ακόμα και το δελτίο για ένα γεύμα φίλων στην ταβέρνα.

Το υπόλοιπο τεύχος συμπληρώνεται με κείμενο για τον Σκαρίμπα (στον οποίο πλέον μπορούμε άφοβα να συνειδητοποιήσουμε την Βουτυρική επίδραση), διηγήματα, ποίηση, παρουσιάσεις βιβλίων από αφανείς εκδοτικούς οίκους και συνοδεύεται από ξεχωριστό βιβλιαράκι με δύο διηγήματα του Βουτυρά γραμμένα σε απόσταση 50 χρόνων (1902-1950 – ειδικά το τελευταίο, Το ερειπωμένο εργοστάσιο αποτελεί σπαρακτική έκφραση της άρνησης συμβιβασμού μπροστά σε δύσκολες στιγμές μετά την αυτοκτονία του πατέρα του και την πώληση του οικογενειακού χυτηρίου.

Ο Βουτυράς παίρνει πλέον τη θέση του που του αξίζει στην λογοτεχνική μας ιστορία. Δεν είναι ο απλοϊκός ηθικογράφος όπως πίστευαν μέχρι την δεκαετία του 90, αλλά αναμφίβολα ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που έγραψε με έναν ανατρεπτικό μοντερνισμό, όπως οι ευρωπαίοι σύγχρονοί του, χωρίς όμως να ξέρει τα έργα τους, χωρίς καν να πολυδιαβάζει γενικώς, παρά μόνο περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τις ταβέρνες, μοιραζόμενος τα ίδια τραπέζια με τους χαμηλόμισθους των βιομηχανιών και τους παραπεταμένους μιας Ζωής Φτωχεμένης - γι’ αυτό και ο Άρης Μαραγκόπουλος κάποτε τον χαρακτήρισε ως τον πρώτο αριστερό μοντερνιστή – ιδιότητες που όπως καταλαβαίνετε έκαναν την μια «πλευρά» να τον απορρίψει εξαιτίας της άλλης…



Πρώτη δημοσίευση: mic.gr