Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροκ εντ ρολλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροκ εντ ρολλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Μιχάλης Παπαμακάριος – Φυσάει κόντρα. Μουσική Αντίσταση στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και του πολέμου


Ήταν τέλη του 2002 όταν κυκλοφόρησε το διπλό The fire this time, μια πρώτη οργανωμένη δισκογράφηση για το Ιράκ του 2003, συνδυάζοντας σημαντικά ηλεκτρονικά ονόματα με τα ηχητικά ντοκουμέντα της τραγικής συγκυρίας (από διηγήσεις της ιστορίας της χώρας μέχρι ηχογραφήσεις από τα πεδία των μαχών και εξομολογήσεις θυμάτων). Από μια άποψη, ήταν η πρώτη μιας σειράς εξαιρετικών συλλογών που δημιουργούσαν το υπόβαθρο μιας νέας πολιτικής μουσικής σκηνής. Ορισμένες από αυτές τις αχανείς αλλά και ναρκοθετημένες (με πολλές παγίδες) περιοχές του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ εξερευνά εδώ ο συγγραφέας (γεν. 1968, συνεργ. σε Δίφωνο και ΠΡΙΝ), επικεντρώνοντας κυρίως στην νέα χιλιετία.

Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται στη γενικότερη χρονική πορεία του πολιτικού τραγουδιού από το Γούντστοκ του 1968 στο Σιάτλ του 1999 και την Γένοβα 2001 (με έμφαση στην δεκαετία του ’90 κι έπειτα), στους Mano Negra και Manu Chao και στην πληθώρα των κινήσεων ενάντια στον «ηλίθιο Αμερικανό» Μπους. Ξαναθυμόμαστε την επανασύνδεση της Liberation Music Orchestra υπό τους Charlie Haden και Carla Bley για το free jazz πολιτικό μανιφέστο του Not in Our Name ή τους Punk Voters με τους παλιόφιλους Jello Biafra και Bad Religion αλλά και τη γνωστή συνέχεια: Future Soundtrack of America, Vote for a Change, Rock Against Bush, Fahrenheit 9/11, το μαζικό ρεύμα νέων ντοκιμαντεριστών που εκβλάστησε, Hip Hop Summit Action Network κ.λπ. Σκιαγραφούνται ακόμα, οι μορφές του σύγχρονου αντιπολεμικού τραγουδιού, με μερικές από τις σημαντικότερες συναυλιακές συναθροίσεις, φεστιβάλ, καμπάνιες, κινήσεις (Not In Our Name, Stop the War Coalition κ.ο.κ.), οι πιο απροκάλυπτες προσπάθειες λογοκρισίας, και ο αντίκτυπος των παραπάνω στον ελληνικό χώρο, από τους Δεθελοντές στο low bap.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται σε συγκεκριμένα ονόματα, με αναφορές στους κυριότερους σχετικούς σταθμούς της πορείας τους: Rage Against the Machine, Chumbawamba, Billy Bragg, Fermin Muguruza (που, μην ξεχνάμε, πως γράφει και τραγουδά στην euskera, τη γλώσσα των Βάσκων), Banda Bassotti, Asian Dub Foundation, FunDaMental, Ska-P, The (International) Noise Conspiracy, Michael Franti (Beatnigs, The Disposable Heroes of Hyphopricy, Spearhead), Rachid Taha (ως κορυφαίος εκπρόσωπος του punk rai), The Dope Poet Society, Dead Prez, System of a Down, Ojos de Brujo, Up, Bustle and Out, Zebda, Los de Abajo, Radio 4, Manic Street Preachers, Godspeed You Black Emperor!, Deus Ex Machina, Active Member. Τέλος, προτείνονται 87 δίσκοι που χαρακτηρίζονται κοινωνικοπολιτικά «μανιφέστα» και οι οποίοι προέρχονται από τα παραπάνω ονόματα και όχι μόνο (Thievery Corporation, Zona Marginal, Motives, ΝΤΜ, Senser, Θανάσης Γκαϊφύλλιας κ.ά.) και, στο τέλος, σχετικές διαδικτυακές διευθύνσεις.

Ίσως κάποια ονόματα (όπως η Crass Records, η Alternative Tentacles, οι Specials) που προκάλεσαν κύμα αφύπνισης στην δύσκολη δεκαετία του ’80 θα άξιζε να αναφερθούν έστω και εν τάχει, αλλά σε μια νέα έκδοση οπωσδήποτε θα πρότεινα μια θέση στον Robert Wyatt που από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να συνθέτει σκληρές πολιτικές νότες. Το θέμα σαφώς είναι αχανές και πολυπλόκαμο, όμως εδώ παρουσιάζεται μια πλήρης μαζική εικόνα του σήμερα, με πλήθος ιστοριών, στοιχείων και φωτογραφιών (ζαβολιάρηδες, επτά με τους Active Member;). Και έχουμε συν τοις άλλοις και το ισχυρό σοκ της κυκλοφορίας ενός μουσικού βιβλίου που αφορά το σήμερα κι όχι τα 60ς, τα 70ς ή τα 80ς. Έπρεπε να το καθυστερήσουν, να βγει είκοσι χρόνια μετά, γιατί εδώ εκδοτικώς μόλις αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τους Sex Pistols και τους Cure.

Οι Todos Tus Muertos επιλέγουν το πιο σκοτεινό όνομα για να θυμόμαστε Όλους Τους Νεκρούς της Αργεντινής του Βιντέλα, η μπάντα του Manu Chao στέκεται προσοχή σεβασμού καθώς ακούγεται ο λόγος του Marcos πίσω από ένα οργανικό Mentira, ο ίδιος αρνείται να ακουστεί το Me gustas tu στο ελληνικό Big Brother, οι Radio Bemba ζουν και οργανώνουν συναυλίες στις αυτόχθονες κοινότητες των ιθαγενών στην Τσιάπας, σε όλο και περισσότερα μέρη έχει αρχίσει να φυσάει Φυσάει Κόντρα και κάπως έτσι ανοίγουν κι αυτές οι σελίδες.

Εκδόσεις ΚΨΜ, [Σειρά: Ακραία Πολιτιστικά Φαινόμενα], 2006, σελ. 287. Πρώτη δημοσίευση: mic. gr. Στις φωτογραφίες: Ojos de Brujo, Billy Bragg.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Νίκος Νικολαΐδης – Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Το θέμα είναι να στήνεις σωστά το παραμύθι (σ. 275-6)

«Το μαύρο μου το χάλι φίλε μου» απαντά ο Κίνγκσλυ Έιμις σε ερώτηση του βιογράφου του σχετικά με την κατάστασή του, λίγο προτού πεθάνει. Συλλαβίζει ακόμα μια λέξη που ο γιος του Μάρτιν Έιμις προσπαθεί για χρόνια να αποκρυπτογραφήσει προτού αποφανθεί: «Για ένα συγγραφέα, τα βιβλία του – όλα του τα βιβλία – αποτελούν τελευταίες λέξεις» (Μισέλ Σνεντέρ, Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, σ. 264-265).

Από τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα μέχρι την Γλυκιά Συμμορία και την Πρωινή Περίπολο, κι από τα Γουρούνια στον Άνεμο μέχρι τον Οργισμένο Βαλκάνιο, ολόκληρο το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη (Αθήνα 1939 - 2007) μοιάζει να ψελλίζει τις οριστικές και αμετάκλητες αλήθειες του δημιουργού του. Ο κόσμος των χαρακτήρων του, ένα αξεδιάλυτο και οργιαστικό πανδαιμόνιο του έρωτα, της συντροφικότητας των φίλων και ενός ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στην συμβατικότητα και την υποταγή, μιλάει τη γλώσσα του κινηματογράφου και της μουσικής, ιδίως του ροκ εντ ρολλ, και κοιτάζει κατάματα την ήττα και τον θάνατο. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή οι ήρωές του, στην ερώτηση «τι γιορτάζουμε;» απαντούν κι αυτοί, συμπτωματικά, «το μαύρο μας το χάλι», έχουν νωρίτερα ζήσει ακριβώς όπως προστάζει ο εαυτός τους.

Το εν λόγω post mortem μυθιστόρημά του δεν είναι απλώς η επιτομή της μυθολογίας του αλλά και μια αυτοβιογραφική καταβύθιση στην εφηβεία του και, συγχρόνως, στο παρελθόν μιας γενιάς που βρέθηκε ανάμεσα σε ένα συντηρητικό «εδώ» και σε ένα μοντέρνο «αλλού». Ολόκληρη η παρέα του είναι ξανά εδώ, γνώριμα πρόσωπα από τις σελίδες και τα καρέ του, που περιπλανιούνται στα συνοικιακά στέκια και τους πρωινούς διαγωνισμούς χορού και ορμούν στις διαδηλώσεις, στους καυγάδες των παρεών, στο ανελέητο κυνήγι του ποδόγυρου και στην αναζήτηση μιας αλήθειας.

Αυτός είναι ο κόσμος του κεντρικού αφηγητή, του Σπόρου, προτού ξεχυθεί από ένα σπίτι που μυρίζει υγρασία και πετρέλαιο σόμπας στα Τουρκοβούνια κάτω στις αρτηρίες της πόλης - Πατησίων, Βικτώρια, Νεάπολη, Στέκι της πλατείας Αιγύπτου, Τοπ-Χατ, Ζωναρ(ά)ς, Λήθη, Γκρην Παρκ, Ρεξ, κεντρικές στοές - ή περιπλανηθεί στην πάχνη των έρημων τότε βορείων προαστίων αναζητώντας τους έρωτές του. Ένας κόσμος που καθορίζεται από τον μύθο του σινεμά ήδη από τη στιγμή που ανοίγουν αργά οι βυσσινιές κουρτίνες και φαίνεται η άσπρη οθόνη, συνεννοείται με ατάκες και σεκάνς και ντύνει τις δικές του καθημερινές σκηνές με φρέσκα ροκ 45άρια. Ένας κόσμος που στις δύσκολες στιγμές βρίσκει στήριγμα στους ποιητές, στα τρία ιερά κάπα (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας), ενίοτε σε Ρίλκε και Μπωντλέρ, «γιατί η ποίηση ας βοηθάει να ζήσουμε και να πεθάνουμε όμορφα και κάμποσες φορές να ρίξουμε … μια φοβερή στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» (σ. 176). Για εκείνη τη στεκιά απαραίτητες όπως πάντα οι γυναίκες, καταλυτικά παρούσες, αιώνια εράσμιες, ερώμενες και φίλες, το μόνο κίνητρο για να ξεκολλήσεις, όπως γίνεται πάντα, η κάθε μια τους με το στυλ της και το παραμύθι της.

Η γραφή του Νικολαΐδη, κοφτερή σαν λεπίδι και σκληρή σαν των παιδιών που μεγάλωσαν απότομα, μένει ακριβώς όπως παραδόθηκε στο χειρόγραφο, χωρίς κανονική επιμέλεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Μπροστά σε ένα τέτοιο καταρράκτη αμεσότητας και ζωντάνιας, έννοιες όπως στίξη ή ορθογραφία περνάνε σε δεύτερη μοίρα: στον εσωτερικό μας μονόλογο, στις ζωτικές μας προφορικές συνομιλίες και στις κουβέντες της ψυχής μας δεν έχουν θέση οι γραμματικοί κανόνες.

Με χρονικά άλματα μεταξύ των δυο «καθοριστικών» δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εναλλαγή κεφαλαίων ρεαλιστικότατης αφήγησης και προσωπικών, συχνά παραληρηματικών σκέψεων, ολόκληρη η Στεκιά μοιάζει με εγκεφαλογράφημα του Σπόρου που μοιράζει ακριβοδίκαια τα συναισθήματά του στους φίλους του, από την σκληρότητα μέχρι την άνευ όρων αγάπη, επιβραβεύοντάς τους τρυφερά και ερήμην τους, όταν φερθούν σπαθί, με ένα «σωστός νομίζω». Όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια (σ. 216). Ο Σπόρος θα ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα με όλα τα παραπάνω, χωρίς ναρκωτικά (μόνο βαλεριάνα για να κοιμάται του θανατά στις δύσκολες στιγμές και παγωμένες μπύρες που έκρυβε στο ρέμα της Πεντέλης) μα πάντα υπό βροχή, η οποία δεν λείπει ποτέ, ιδίως κάθε Κυριακή απόγευμα, και θα προχωρήσει ακόμα κι όταν οι σχέσεις του είναι καταδικασμένες, ακόμα κι όταν ο ξενιτεμένος κολλητός του τον περιμένει για να μην κρεμαστεί μονάχος.

Ίσως γι’ αυτά και γι’ άλλα ο Νικολαΐδης μίλησε στις καρδιές εκείνων που ονειρεύτηκαν μια πιο ροκ εντ ρολλ ζωή, ακόμα κι αν προέρχονταν από διαφορετικές δεκαετίες, είτε είχαν διαβάσει τις αθυρόστομες σεξουαλικές περιγραφές του Ρομπ Γκριγιέ, τα μπιτ παραλήρηματα του Κέρουακ, τις ψυχοσωματικές εξομολογήσεις του Μίλλερ ή το αμερικάνικο νουάρ, είτε όχι. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που ταλάνισε τους χαρακτήρες «τι τρέχει ακριβώς, πάμε λάθος στο σωστό δρόμο ή σωστά στον λάθος;» (σ. 232) δεν έχει την απάντησή του. Ο ίδιος ο συγγραφέας και οι ήρωές του πήγαν στον δικό τους δρόμο. Σωστοί νομίζω.



Εκδόσεις Greekworks.com, 2008, σελ. 436.




Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος , χειμώνας 2008.