Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Κωστής Καλογρούλης – Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία, 1945 – σήμερα


Ο μελετητής συγκριτικής λογοτεχνίας, μεταφραστής αλλά και κειμενογράφος των εισαγωγών των νέων εκδόσεων των έργων του Ε. Χέμινγουεϊ (Αθήνα, 1977) είναι εξ αρχής σαφής: αυτή η «άτυπη» σύνοψη κορυφαίων έργων της μεταπολεμικής αμερικανικής πεζογραφίας περιλαμβάνει εκείνα που θαύμασε και τον συγκίνησαν προσωπικά, παράλληλα βέβαια με την αναμφισβήτητη αξία τους. Επιλέγοντας για λόγους αντιπροσωπευτικότητας ένα έργο από κάθε συγγραφέα και μόνο αν παρήγαγε έργο αποκλειστικά σε εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβάνοντας και μερικά αμετάφραστα στη γλώσσα μας, μας προσφέρει ένα περιεκτικότατο πανόραμα 27 υπέροχων βιβλίων. Η εικοσασέλιδη εισαγωγή μας προσφέρει καθαρή εικόνα επιμέρους κεφαλαίων της όλης ιστορίας, όπως ο Μεταμοντερνισμός (από την είσοδο ποπ κουλτούρα και την τάση στο μαύρο χιούμορ ως την metafiction), η Νέα Δημοσιογραφία, το Διήγημα, η Εβραιοαμερικανική πεζογραφία, τα λογοτεχνικά βραβεία, ο αντιήρωας.

Η αυλαία ανοίγει το 1947 με Το Θύμα του Σόλ Μπέλλοου. Αποδέχομαι την όντως δύσκολη επιλογή του δεύτερου βιβλίου του Σ.Μ. αντί άλλων του, καθώς η κυριαρχία της ενοχής και της ευθύνης σε έναν σύγχρονο μοναχικό άνθρωπο, ασχέτως αν έχουν βάση, η συλλογική τους επέκταση αλλά και η αντιστροφή ρόλων θύτη και θύματος σε μια εβραϊκή συνείδηση όντως λογοτέχνησαν ένα ιδιοφυές μυθιστόρημα. Μεταφερόμαστε κατόπιν σε ένα φωτισμένο με … χίλιες λάμπες υπόγειο στο Χάρλεμ απ’ όπου μας μιλά Αφροαμερικανός Ραλφ Έλισον (φωτ.), ο Αόρατος άνθρωπος (1952) του οποίου ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία της πορείας της μαύρης φυλής στην Αμερική του 20ού, από το χώμα των αγρών του Νότου στην άσφαλτο των γκέτο: ήταν η ιστορία οποιουδήποτε ανθρώπου αδυνατεί να ενταχθεί σε κάποιο σύστημα αξιών, γραμμένη μάλιστα σαν τζαζ αυτοσχεδιασμός, με ανάμιξη τόσων ειδών και γλωσσών.

Ακολουθούν έργα των Ουίλιαμ Γκάντις, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Τζον Τσίβερ, Τζον Μπαρθ, Τιμ Ο’ Μπράιαν και της βασανισμένης ψυχής του Southern Gothic και τόσο νωρίς χαμένης Φλάνερυ Ο’ Κόνορ. Δεν λείπουν φυσικά το Catch-22 του Τζόζεφ Χέλλερ, η Νόσος του Πορτνόι του Φίλιπ Ροθ (που αν μη τι άλλο ήταν το πρώτο έργο της θεματολογίας που τον καθιέρωσε, με εκείνη την ανελέητη αυτοκριτική για την ανασφάλεια των μεταναστών που συχνά οδηγούνται στο αντίθετο άκρο για να μην ξεχωρίζουν από τους όποιους «γηγενείς»), η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ο Υπόγειος Κόσμος του Ντελίλο, ο Βωμός της Ματαιοδοξίας του Τομ Γουλφ, το Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη. Ο κατάλογος των 15 βιβλίων που τιμώνται με τρισέλιδο κλείνει το 2007 με τον Κόρμακ Μακάρθι, Ο δρόμος) του οποίου, παρά το ζοφερότατο σύμπαν καταστροφής και ερήμωσής του φωτίζεται από μια τελευταία ηλιαχτίδα ελπίδας: οι δυο περιπλανώμενοι εξακολουθούν να περπατάνε στο σκοτάδι και το κρύο ελπίζοντας να βρουν την σωτηρία τους.

Άλλα 12 βιβλία τιμώνται σε μικρότερες παραγράφους ενιαίου κειμένου: Σφαγείο 5 (Κ. Βόνεγκατ), V (Τόμας Πίντσον), Η Εκλογή της Σόφι (Ο. Στάιρον), Ragtime (Ε.Λ. Ντόκτοροου), Ο φύλακας της σίκαλης (Σάλιντζερ), Οι γυμνοί και οι νεκροί (Ν. Μέιλερ), τα διηγήματα των Ι.Μ. Σίνγκερ, Τ. Καπότε και Ρ. Κάρβερ, η τετραλογία του Ράμπιτ Άνγκστρομ του Τζόν Απντάικ αλλά και έργα λιγότερο προβεβλημένων εδώ συγγραφέων (Σίνθια Όζικ, Χάιμ Πότοκ, Γουόκερ Πέρσι). Μπορούν 150 σελίδες να είναι τόσο περιεκτικές και να καλύπτουν τόσους κόσμους; Αυτές εδώ μπορούν.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 142, με κατάλογο των βραβευθέντων στα σημαντικότερα βραβεία μυθοπλασίας και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.
Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Στέλιος Πελασγός – Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης


Η πιο σύγχρονη μορφή ραψωδού είναι ο ράπερ, ο τραγουδιστής – αφηγητής της ραπ. Η ραπ είναι αυθόρμητο προϊόν της λαϊκής αφρο-αμερικανικής προφορικής παράδοσης και ο ράπερ είναι ένας σύγχρονος συνεχιστής της παράδοσης του Ομήρου και των «γκριό» των παραδοσιακών επικών αοιδών που υπάρχει μέχρι σήμερα στην Αφρική. Υπάρχει κι ένα άλλο είδος σύγχρονων αφηγητών, που περιδιαβαίνουν χωριά και πόλεις και διηγούνται ιστορίες και παραμύθια σαν μια ιδιαίτερη παράσταση, σε καφενεία και οποιοδήποτε άλλο χώρο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ο αφηγητής γνωρίζει καλά πώς να διηγείται, πώς να θέλγει την προσοχή των άλλων στην ιστορία του, δημιουργώντας με λέξεις, κινήσεις και ενίοτε τη συνοδεία ενός μουσικού οργάνου (κιθάρας ή άρπας κ.λπ.) μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στο ημίφως.

Αυτή την αρχέγονη δραστηριότητα «αναβιώνει» και αναδημιουργεί ο Στέλιος Πελασγός, ως σύγχρονος παραμυθάς ή καλύτερα ιστορητής (εύστοχος όρος που προτάθηκε από τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Απόστολο Δοξιάδη) που πατάει το ίδιο χορταριασμένο μονοπάτι με την πανάρχαια τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης, από τον Όμηρο και τον Αίσωπο. Έχοντας μελετήσει το είδος όσο λίγοι κι έχοντας γνωρίσει και τους σύγχρονους παραμυθάδες στην Γαλλία στα τέλη των 80ς ταξιδεύει ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη δίνοντας παραστάσεις αφήγησης και διδάσκοντας σε εργαστήρια για την τέχνη του. Αναζητώντας «τις μικρές ανθρώπινες κοινότητες, την σιωπή και το σκοτάδι που κλωσούν τα παραμύθια» εγκατέλειψε την Αθήνα το 1990 και σήμερα ζει σ’ ένα άκαυτο δάσος σε μια ρεματιά του Πηλίου. Κινεί το Διεθνές Φεστιβάλ Αφήγησης και τεχνών του Λόγου στην Κοζάνη, τον πολιτιστικό σύλλογο για την αναβίωση της τέχνης του παραμυθά «Κόκκινη Κλωστή» και εργαστήρια αφήγησης σε … ΚΑΠΗ και σε Παιδικές Βιβλιοθήκες.

Ο Πελασγός δεν φοβάται καθόλου μόνος του σε αυτό το θεόρατο δάσος που μπήκε να περιπλανηθεί, στο κέντρο του τετράστρατου: της λογοτεχνίας, του σωματικού θεάτρου, της παιδαγωγικής και της ψυχοθεραπείας. Στις παραστάσεις του προσπαθεί να ανασυνθέσει την ψυχική επαφή της κοινότητας των αποσπερίδων στα χωριά κι εμπνέεται συνεχώς από το χιούμορ και τη θυμοσοφία των καφενείων. Εδώ μοιράζεται όλα όσα γνωρίζει: για την άγραφη μορφή της λαϊκής λογοτεχνίας, τα συνορέματα με το δημοτικό τραγούδι, πώς τα κείμενα παραμένουν σταθερά μα η λογοτεχνία ρευστή, ρευστότατη, σε τι μοιάζει και σε τι διαφέρει όλο αυτό από μια θεατρική παράσταση, πόση σημασία έχουν η παραγλωσσική και η σωματική έκφραση; Παραμυθιακοί τύποι και παραμυθώδη μοτίβα, ένας άνθρωπος που γίνεται αφήγημα (ο παραμυθάς), το κοινό που συμμετέχει. Πως διεγείρονται και απλώνονται στο περίγυρο η κιναισθητική, η ενδοπροσωπική, η διαπροσωπική, η γλωσσική νοημοσύνη του παραμυθά; Πως θα βουτήξει κανείς σ’ αυτή τη μαθητεία και σ’ εκείνη τη μίμηση; Υπάρχουν ακόμη κείμενα για εφαρμογές παιδαγωγικές, ψυχοθεραπευτικές και για άτομα με ειδικές ανάγκες και πρακτικές συμβουλές προς επίδοξους παραμυθάδες.

Ο παραδοσιακός λαϊκός πολιτισμός δεν προσφέρεται για ανάγνωση, απαιτεί σχέση βιωματική. Παρά το αχανές παρελθόν μεγαλόφωνων αναγνώσεων, ο γραφοκεντρισμός επικράτησε του φωνοκεντρισμού και η «κατωτερότητα» του προφορικού λόγου θεωρήθηκε δεδομένη. Σαφώς scripta manent αλλά κάποτε υπήρχε και το «ο λόγος μου συμβόλαιο».

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, 308 σελ., με φωτογραφίες και βιβλιογραφία. Καταφύγιο: http://www.storytelling.gr/.







Πρώτη δημοσίευση: εδώ.









Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Βόλφγκανγκ Χέσνερ – Άννα Αχμάτοβα. Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας


Νόμιζα πως ήξερα καλά κάθε είδους αϋπνία,/Όλα τα μονοπάτια και τις αβύσσους,/Αλλ’ αυτή εδώ είναι σαν το ποδοβολητό του ιππικού/Υπό τον βίαιο ήχο μιας τρομπέτας./Μπαίνω μέσα στα εγκαταλειμμένα σπίτια,/Η ζεστή φωλιά κάποιου, κάποτε… (άτιτλο, 1940). Ήταν ελάχιστες φορές οι φορές που η Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) είχε ένα σπίτι – ασφαλή φωλιά. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της έζησε διωκόμενη από το σοβιετικό καθεστώς και βίωσε κάθε σκληρότητα που θα μπορούσε να ζήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας.

Έζησε την εκτέλεση του πρώτου συζύγου της, ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, ως «εχθρού του λαού», από τις μυστικές υπηρεσίες και τον εγκλεισμό του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (που πλήρωνε την απέχθεια του κράτους για τους γονείς του, κάτι για το οποίο δεν την συγχώρεσε ποτέ) προσπαθώντας απελπισμένα να τον απελευθερώσει επί δεκαετία, ακόμα και θυσιάζοντας την ποιητική της ψυχή, δημοσιεύοντας ωδή για τον Στάλιν (αν και κανείς δεν την πίστεψε, αναγνωρίζοντας την γνώριμη κρυμμένη της ειρωνεία). Είδε τον τρίτο σύζυγό της να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή, τους συμποιητές της να σιωπούν ή να εξορίζονται στα γκουλάγκ ή να οδηγούνται στα ψυχιατρεία. Την εξαφάνιση του αγαπημένου της φίλου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ, του Μπόρις Πίλνιακ, την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, τον θάνατο του Μπουλγκάκοφ. Για την ίδια το καθεστώς επιφύλαξε πιο διακριτική μεταχείριση: με κάθε ευκαιρία δυσφημίστηκε, αποκλείστηκε και διαβλήθηκε, τα βιβλία της πολτοποιήθηκαν το 1925, ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή Αnno Domini, ο Ζντάνοφ την απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

Κι όμως, εκείνη η ασκητική μορφή αποδέχτηκε τη δυστυχία ως προσωπικό της πεπρωμένο, με μια φιλοσοφία εγκαρτέρησης και ψυχικής δύναμης στον πόνο, πολύ κοντά στην ρωσική νοοτροπία. Όπως παλαιότερα πίστευε πως την διάλεξε η μοίρα για να κυοφορεί μέσα της όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τώρα θα παρέμενε αξιοπρεπής και απόμακρη ακόμα και στις ουρές για το ψωμί. Συνέχισε να γράφει ποιήματα που όχι μόνο δεν θα εκδίδονταν ποτέ αλλά θα ήταν επικίνδυνο ακόμα και να βρεθούν. Δεν έμενε παρά να τα μαθαίνει απ’ έξω, να τα απαγγέλει κρυφά σε φίλους, να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Άλλωστε είχε ήδη αποκτήσει αμέτρητους αναγνώστες από τα πρώτα της βήματα, με την προσιτή της γραφή, την αβυσσώδη ευαισθησία και την κοινή γλωσσική αποτύπωση του κορυφαίου, του καθημερινού και του οικείου. Είχε ξεκινήσει υποχρεωτικά ψευδώνυμη για να μην χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειας, επιλέγοντας τα πέντα άλφα σαν μια παρατεταμένη κραυγή. Ακμεΐστρια – μέλος του φερώνυμου κινήματος που ήθελε διαυγέστατους στίχους αντί για διφορούμενους συμβολισμούς, πολυταξιδιώτισσα, είχε υμνήσει τον έρωτα, τη φύση και την θηλυκότητα, ποτέ όμως την νοσταλγία και την παραίτηση της νοσταλγίας και της παραίτησης (αξίωμα που εδώ ανασκευάζεται πειστικά).

Αυτή η σπάνια γυναίκα, που υπήρξε έμπνευση και για πολλούς καλλιτέχνες, και όχι μόνο ζωγράφους και φωτογράφους (από τα 16 σκίτσα που της χάρισε ο γοητευμένος Μοντιλιάνι, μπόρεσε να σώσει μόνο ένα, που επέζησε από κάθε μετακόμιση και κρεμόταν στα φτωχικά της δωμάτια), προτού μιλήσει για τον θάνατο και πενθήσει (ιδίως στο Ρέκβιεμ) όχι τόσο τους νεκρούς όσο τους πενθούντες, τώρα αποκτούσε ένα τεράστιο «προφορικό» αναγνωστικό κοινό, μένοντας ολοζώντανη στη συνείδησή του. Ολοζώντανη μέχρι σήμερα, γιατί οι ποιητές επιβιώνουν και ζουν αμέτρητες ζωές κάθε φορά που τους διαβάζουμε, ενώ τα δουλικά ανθρωπάκια γίνονται σκόνη. Όταν, προς το τέλος της ζωής της, είδε να επανεκδίδονται τα ποιήματα της Τσβετάγιεβα και του Παστερνάκ δήλωσε: Νιώθω πιο ήσυχη τώρα. Είδαμε πόσο ανθεκτική είναι η ποίηση. Και η μνήμη, θα προσθέσω.

Ο «Ανατολικογερμανός» Β.Χ. (μελετητής κυρίως της ρωσικής και γερμανικής λογοτεχνίας) μας παραδίδει μια ιδανική μορφή βιογραφίας: μικρή σε έκταση και πυκνή σε περιεχόμενο, τέμνει τριπλά το αξεδιάλυτο πλέγμα ζωής και έμπνευσης της ποιήτριας: την βιογραφεί, φωτίζοντας παράλληλα τα ποιήματά της (με εκτενή αποσπάσματα) και τις παράλληλες διαδρομές της ρωσικής ιστορίας, χρησιμοποιώντας και μαρτυρίες φίλων και συνεργατών, επιστολές κ.ά.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μελάνι, 2004, μετάφραση Ανίτα Συριοπούλου, απόδοση ποιημάτων Γιάννης Αντιόχου, πρόλογος Μυρσίνη Γκανά, σελ. 224, με χρονοδιάγραμμα, μαρτυρίες, βιβλιογραφία και δεκαεξασέλιδο ένθετο μαυρόασπρων φωτογραφιών. (Wolfgang Hassner, Anna Achmatowa, 1998).

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr

Λογοτεχνείο, αρ. 35


Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία το σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποια στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποια φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

Λογοτεχνείο, αρ. 39


Τζο Κόνελυ, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 500 (Οκτώβριος 2009)


Θα είναι ιεροσυλία αν ειπωθεί ποτέ για το Διαβάζω η έκφραση «τα ’χει Τετρακόσια». Το κοντέρ των τευχών έχει γράψει Πεντακόσια, με τις επόμενες δεκάδες να απλώνονται μπροστά τους, Α Wide Open Road, με νέες ιδέες, συνεργάτες, σχεδιασμό. Η Πεντακοσιάδα του ακάματου μηνιαίου βιβλιακού παρατηρητήριου φυσικά αποτελεί ευκαιρία για παλιούς και νέους συνεργάτες του περιοδικού (Γιώργος Γαλάντης, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Βέης κ.ά.) να ανάψουν τις μηχανές της μνήμης και ν’ ανοίξουν συρτάρια και ημερολόγια από την πρώτη περίοδο του περιοδικού μέχρι σήμερα, 33 ολόκληρα έτη.

Όμως η γιορτή έχει επίτιμο καλεσμένο, τον Τίτο Πατρίκο, που είναι ο πρώτος εν ζωή έλληνας συγγραφέας που τιμάται με αφιέρωμα στο περιοδικό. Άλκη Ζέη, Γιάννης Κοντός, Αναστάσης Βιστωνίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Δημήτρης Ραυτόπουλος (στην Επιθεώρηση Τέχνης του οποίου υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης εξαρχής) και πολλοί άλλοι ανατέμνουν μια ποίηση που κάποτε χαρακτηρίστηκε «της ήττας», όμως η πορεία της ήταν μια διαδρομή συνεχών νικών πάνω στις λέξεις. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται από ένα εκτενές ανέκδοτο ποίημά του και μια συγκινησιακότατη συνομιλία με τον εκδότη του περιοδικού Γιάννη Ν. Μπασκόζο, όπου ο ίδιος μιλάει για την ποίηση (του) με τα υψηλότερα και τα πλέον ταπεινά λόγια: Ίσως να είναι τελικά και ένα παιχνίδι χωρίς μεγάλη σημασία, που σου δημιουργεί απολαύσεις, όπως κάθε παιχνίδι, αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις όταν χάνεις.

Από το ρεπορτάζ των εξωτερικών δρόμων, οι Διαβαστές Ανταποκριτές μιλάνε για την Urban Litterature, και πώς να μεταφράσεις αυτή την Αστική Λογοτεχνία ή Λογοτεχνία των Πόλεων, προσθέτοντας εκείνο το δεύτερο t; Αυτή η λογοτεχνία πάντως που μιλάει για ιστορίες του δρόμου, με ράπερς, ανήλικες μητέρες και χίλιους παραβατικούς και με γλώσσα άμεση και σκληρή, γράφεται από νέους ανθρώπους που δεν έχουν πάει πανεπιστήμιο ούτε έχουν διαβάσει Προυστ, αλλά ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Κάποιος την ονόμασε χιπ χοπ λογοτεχνία και είπε πως για τους Αροαμερικανούς 15-25 είναι ό,τι κι ο Χάρι Πότερ για τα παιδιά. Ξανά εδώ οι δυο πλευρές να αντικρούονται, οι μεν να λένε για αυθεντική γραφή, οι δε για σκουπίδια. Ίσως εκείνος ο στίχος του Πατρίκιου να βοηθάει και εδώ: Από τη στάση μου/προς τη ζωή/βγαίνουν/τα ποιήματά μου./Μόλις υπάρξουν/τα ποιήματά μου/μια στάση μου επιβάλλουν/αντίκρυ στη ζωή. [192 σελ.]

Δημοσίευση και στο mic.gr

Λογοτεχνείο, αρ. 33

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια , δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων - αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους - όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.


Λογοτεχνείο, αρ. 37

Pedro Zarraluki, Ο υπεύθυνος των βατράχων, εκδ. Σέλας, 1995, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 19 (El responsable de las ranas, 1990).

Καμιά φορά, Κυριακή πρωί, αφού διαβάζαμε τις εφημερίδες και σκάγαμε στην μύρα και στα κυδώνια της θάλασσας – και ειδικότερα αν είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα -, πηγαίναμε και φυτευόμαστε στον κήπο με τη στοιχειώδη μέθοδο, δηλαδή χώναμε τα πόδια μας στο χώμα, κλείναμε τα μάτια και μέναμε πολλή ώρα ακίνητοι. Θέλαμε μ’ αυτόν τον τρόπο να νιώσουμε ό, τι ένοιωθαν οι τριανταφυλλιές, κι η αλήθεια ήταν πως, αν περιμέναμε αρκετή ώρα, είχαμε την αίσθηση ότι κάτι παρατηρούσαμε. Όταν τελικά ξεθάβαμε τα πόδια μας, ήταν σαν να προκαλούσαμε την έκτρωση ενός μικροσκοπικού εμβρύου. Κάνοντάς το αυτό, διακόπταμε το λεπτότατο ρεύμα που εκπορευόταν από το εσωτερικό του πλανήτη και το οποίο συλλάμβαναν τα δάχτυλα των ποδιών μας. Εγώ το συνέκρινα με την ασθενική τάση του τηλεφωνικού καλωδίου, που γίνεται αισθητή μόνο με βρεγμένα χέρια. Η Λάουρα, ερμηνεύοντας κάπως ελεύθερα την θεωρία της εξέλιξης, έλεγε ότι τα πόδια είναι ρίζες που έχουν ατροφήσει. Κάτι τέτοια πειράματα μόνο στην ύπαιθρο γίνονται, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως μιας κολοκύθα σεβαστών διαστάσεων.

Στην Νατάσα Χατζιδάκη

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 16. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Όμηρος, William Shakespeare, Hegel, Guy Debord, Vladimir Nabokov, Raymond Chandler, James Ellroy, Charles Bukowski, Jack Kerouac, William S. Burroughs, Νίκος Καρούζος. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, πάντα, Borges & Bernhardt.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ιλιάδα, Άμλετ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα λάμπει μες στις δεκαετίες (και το ζηλεύω): The Lost Decade, του Francis Scott Fitzgerald.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως: ο Κώστας Μαυρουδής, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (για τον συνδυασμό λεπταισθησίας, νοημοσύνης, επινοητικότητας, ευαισθησίας). Και ποτέ δεν θα λησμονήσω τα όσα οφείλω στον Ηλία Λάγιο και στον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Dean Moriarty από το On the Road του Kerouac.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι. Αλλά δεν κάνει να πω τα μυστικά τους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Συχνότατα. Σε μπαρ και σε καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν βαδίζω, έρχονται οι μνήμες και οι ιδέες. Πασχίζω να μην τις χάσω, ενώ συνάμα χαμογελάω, ξέροντας ότι θα τις χάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Πάντοτε ακούω jazz ή/και κλασική, όταν γράφω. Η μουσική είναι η ζωή μου, όλο το εικοσιτετράωρό μου. Miles Davis, John Coltrane, Chet Baker, αλλά και Bob Dylan, Nick Cave, Μάνος Χατζιδάκις.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε] Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;.
Τρία τα αγαπημένα μου, και ας μιλήσω γι’ αυτά μονάχα. Το «Ω!» (σε συνεργασία με τον Πάρι Κούτσικο), ένα βαθιά ελληνικό γουέστερν ποίημα, όπου ο Έρως εκθειάζεται, απολύει την δυστυχία, αποθεώνει την συνωμοτικότητα της Συμμορίας των Δύο (που είναι, κατ’ εμέ, η απόλυτη ερωτική περιπέτεια). Το μυθιστόρημα «Aurevoir», για το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, για την Πατησίων, γιατί μπόρεσα να κάνω λέξεις τις μνήμες και πέτυχα να συνθέσω ένα πολυσέλιδο blues.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;.
Είμαι στη γειτονιά του Debord, στο Παρίσι, στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, ανοίγω την θύρα του βιβλίου «Μάης του 68».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;.
Την «Ιλιάδα» όπως μας την πρόσφερε ο Μαρωνίτης. Και μια πολυσέλιδη βιογραφία του John Cassavetes.

Τι γράφετε τώρα;.
Λιτά ποιήματα. Και μια Πολύτομη Επιστολή στη Γυναίκα Μου.

Ασχολείστε επισταμένα τόσο με την μετάφραση όσο και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται με κάποιο τρόπο;.
Όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτά τα πράγματα, ένας τρόπος υπάρχει: η πολύωρη, σχεδόν ακόπαστη, δουλειά. Η εργασία. Η προσήλωση. Κι αυτό είναι ήδη «εξαργύρωση».

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
ΟΚ, καλές, μια χαρά, εντάξει, άσε που βρήκα τον Θέμη Ανδρεάδη ιστολογώντας!

Δημοσίευση και εδώ.


Χένρι Μίλερ – Τροπικός του καρκίνου


Ύστερα από εμάς, κανένα άλλο βιβλίο – για μια γενιά, τουλάχιστον. Ίσαμε τώρα σκάβαμε στο σκοτάδι, δίχως να μας καθοδηγεί τίποτε εξόν από το ένστικτό μας. Τώρα θα έχουμε ένα αγγείο όπου θα χύσουμε το ζωτικό υγρό…Θα βάλουμε πολλά μες στο βιβλίο, αρκετά ώστε να προσφέρουν στους αυριανούς συγγραφείς τις πλοκές τους, τα δράματά τους, τα ποιήματά τους, τους μύθους τους, τις επιστήμες τους.

Για τον Μίλερ [1891-1980] οι λέξεις έχουν σώμα και το σώμα έχει γλώσσα. Το πνεύμα δε μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα ολοζώντανο παλλόμενο σώμα, και το σώμα δεν μπορεί να ανοιχτεί σε όλες τους τις διαστάσεις χωρίς ένα ανεπτυγμένο πνεύμα. Αυτό ήταν το στοίχημά του: να συνταιριάξει σωματικές και πνευματικές ηδονές σε μια ξεχειλισμένη ζωή. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αγωνιώδες και σκληρό ήταν ένα τέτοιο διηνεκές «αγώνισμα». Όταν συνειδητοποίησε πως είναι αδύνατο να ζήσει έτσι στην Αμερική, που άλλωστε αποστρεφόταν βαθιά, βρέθηκε στο Παρίσι κυνηγώντας ακριβώς τη ζωή που ήταν βέβαιος πως του αξίζει. Και ξεκίνησε αμέσως. Μας κατατρώγει του χρόνου ο καρκίνος. Ο ήρωας, το λοιπόν, δεν είναι ο Χρόνος, μα το Άχρονο.

Περιπλάνηση, έρωτες, σεξ, φίλοι, ακατάπαυστη γραφή. Παράλληλα με τα μεθύσια της καθημερινότητας o Μίλερ γίνεται ένας μέθυσος των λέξεων, ένας λεξομανής (χαρακτηρισμοί που δίνει στον Μόλντορφ, ένα από τα πρόσωπα του Τροπικού). Είναι πολλές οι φορές που μένει νηστικός, αλλά δεν περνάει μέρα χωρίς να γράψει. Όριο τροφής και αναπνοής του οι 30 με 50 σελίδες καθημερινά. Θέλει να γράψει τα πάντα για την αληθινή ζωή, να μην αφήσει τίποτα άγραφο και κρυφό. Ένα μονάχα μ’ ενδιαφέρει ζωτικά τώρα, κι αυτό είναι καταγραφή όλων όσα παραλείπονται στα βιβλία…

Και κάπως έτσι αρχίζει αυτός ο συνεχής ποταμώδης αυτοπρόσωπος μονόλογος, αυτή η καταρρακτώδης παράθεση σκέψεων, φιλοσοφιών, εξομολογήσεων, εικόνων, διηγήσεων. Συνουσιασμοί χωρίς όρια, διονυσιακά γέλια και νιτσεϊκά οράματα, συζητήσεις περί παντός, στοχασμοί για την λογοτεχνία, ταπεινές όψεις της καθημερινότητας και της ανέχειας. Αισιοδοξία στα ύψη και απαισιοδοξία στα βάθη. Η σκέψη στις μέγιστες ταχύτητες, το σώμα στην υπηρεσία κάθε χαράς. Όχι, δεν είναι βιβλίο αυτό. Είναι λίβελος, διαβολή, καταλαλιά…παρατεταμένη προσβολή, κλωτσιά στον κώλο του Ανθρώπου, της Μοίρας, της Αγάπης, του Κάλλους…

Είμαι μια παλλόμενη ευαισθησία, ένας αισθητήρας. Ημερολόγιο χωρίς ημερομηνίες, αυτοβιογραφία χωρίς ωραιοποίηση, μυθιστόρημα χωρίς ψέματα. Κανένας κανόνας συγγραφής δεν περιορίζει τον Μίλερ. Εδώ γίνεται αφηγητής και ήρωας, ξεχνάει την μία ιδιότητα και αφοσιώνεται στην άλλη, τις ανταλλάσσει ή τις ενώνει, τις παίζει συνεχώς. Σ’ αυτή τη γραφή που θα τιμούσαν αργότερα οι μπιτ συγγραφείς, σελίδες ολόκληρες ξεφεύγουν στον σουρεαλισμό, την ονειρογραφία, την φαντασία. Οι κριτικοί έφριξαν, υποστήριξαν πως ο Τροπικός είναι εξω-λογοτεχνικό κείμενο, μια άθλια παραλογοτεχνική αυτοβιογραφία.

Οι άνθρωποι είναι σαν τις ψείρες – χώνονται κάτω απ’ το δέρμα σου και θάβονται εκεί. Εδώ κατατίθενται όλα τα δεδομένα των δυο συμπλεκόμενων περιπετειών του: του έξω και του μέσα κόσμου. Εδώ ακούγεται δυνατά μια ωδή στην πνευματικότητα κι ένας ύμνος στην σωματικότητα. Ο Μίλερ θα ξεκινήσει μια ασίγαστη σεξουαλική ζωή, αναζητώντας ουσίες και νοήματα στα αγκαλιάσματα και τους οργασμούς, επιχειρώντας να φτάσει όσο γίνεται περισσότερο στα βάθη του εγκεφάλου και του ψυχισμού του. Θα εξαπολύσω βέλη καυτά μέσα σου, τις ωοθήκες σου θα πυρώσω…Κι αν φοβάσαι δημόσια να γαμηθείς, θα σε γαμάω κατά μόνας. Στο μυαλό του το σεξ συνδέεται με την δημιουργικότητα, κατεβαίνει ως την συνείδηση (θεωρητικά οι σκέψεις του θα διατυπωθούν ευκρινέστερα στον Κόσμο του Σεξ). Η συνειδητοποίηση της κορυφότητας και συνάμα της τραγικότητας και της γελοιότητας του έρωτα είναι πια δεδομένη. Φυσικά το έργο θα απαγορευτεί ως πορνογραφία στις ΗΠΑ επί τριάντα χρόνια και μόνο το 1961 θα βρει εκδότη, αφού πρώτα ο Μ. υποστεί πρωτοφανείς δικαστικές διώξεις. Φυσικά μαζί με τον άλλο Τροπικό, το Sexus και την Μαύρη Άνοιξη αργότερα δεν θα σταματήσουν να κυκλοφορούν κρυφά με παραπλανητικά εξώφυλλα.

Αν κάποτε ο Μίλερ έγραψε ένα φοβερό δοκίμιο για τον Ρεμπό και το «Μια εποχή στην Κόλαση» εδώ απευθείας επιχειρεί να δει αν μπορεί να ζήσει μια Μια Εποχή στον Παράδεισο. Το Παρίσι του Μεσοπολέμου αποτελεί το ιδανικότερο γήπεδο δοκιμασιών και ηδονών. Το Παρίσι είναι απλώς μια στημένη σκηνή, μια περιστρεφόμενη σκηνή που επιτρέπει στον θεατή να διακρίνει όλες τις φάσεις της σύγκρουσης. Εκεί θα συναγελαστεί με όμοιους και ανόμοιους, πόρνες και καλλιτέχνες, εξόριστους και περιφερόμενους, και χαμένους, πολλούς χαμένους. Όπου κι αν πάω οι άνθρωποι κάνουνε χάλια τη ζωή τους. Ο καθένας ζει μια προσωπική τραγωδία. Αλλά θα μείνει μόνο όσο το ζήσει με τον τρόπο που θέλει, έχοντας γράψει ακόμη την Μαύρη Άνοιξη και τον Τροπικό του Αιγόκερω.

Δεν βαριέσαι, θα πάρω αυτές τις σελίδες και θα του δίνω. Κάποια πράγματα θα συμβαίνουν και αλλού. Πάντα συμβαίνουν πράγματα.

Το έργο επανεκδόθηκε σε μετάφραση και επίμετρο Γιώργου – Ίκαρου Μπαμπασάκη στις εκδόσεις Μεταίχμιο, πρώτα το 2003 και ξανά φέτος με νέο εξώφυλλο, αποτελώντας τη μόνη νόμιμη έκδοση στην Ελλάδα [435 σελ.]. Γνώστης της Μιλερικής γραφής και προσωπικότητας, έχοντας μεταφράσει και τα Μαύρη Άνοιξη, Ήσυχες μέρες στο Κλισί, Τροπικός του Αιγόκερω, Ο κόσμος του σεξ, Κλιματιζόμενος Εφιάλτης, αλλά και το Χένρι και Τζουν της Αναΐς Νιν (όλα στις ίδιες εκδόσεις), ο Γ.Ι.Μ. έζησε την μετάφραση, όπως μας εξομολογήθηκε, «με πολύ καφέ, λίγο ύπνο, άφθονα φιλιά, μέγα πένθος (για κάτι πεθαμένους φίλους)».

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 15. Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Λιούις Κάρολ, η αξεπέραστη έμπνευση, Σάμιουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσκο, η ελευθερία που ζηλεύω, Φραντς Κάφκα, η λεπτή ειρωνεία που θαυμάζω, Μαργαρίτα Καραπάνου, Ζαν Ζενέ, Πατρικ Ζίσκιντ η τόλμη που ονειρεύομαι, Τόμας Μαν, Βιτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Τζέιμς Τζόυς, η δεξιοτεχνία που ποτέ δεν θα φτάσω.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα έργα των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες - τα άπαντα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θεωρώ «Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωτοπόρο για τη λογοτεχνία της γενιάς μου. Στην κατηγορία που εγκαινίασε αυτό το έργο επιδίωξα να ενταχθώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φλογερή Μήδεια του Ανούιγ, ο υπό πειρασμόν Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ, ο εξαπατημένος Ιησούς του Σαραμάγκου, ο μηδενιστής Μεφιστοφελής του Φάουστ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ίδιοι οι ήρωες ευτυχώς παραμένουν στις σελίδες τους, οι σκέψεις που τους γέννησαν, βέβαια, δεν με εγκαταλείπουν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά την Ευρώπη, σε αντίσκηνα κάμπινγκ και - όταν είναι μεγάλη ανάγκη - σε εστιατόρια και καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όσο μακρύτερα βρεθώ από εκεί που ανήκω, οφείλω και αγαπιέμαι, τόσο εγγύτερα αισθάνομαι σ’ αυτό που ονειρεύομαι να γράψω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω - πολύ χαμηλά - instrumental όταν γράφω. Ακούω τα πάντα όταν διασκεδάζω.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους γράψατε τα έργα σας;
«Το μπουντουάρ του Ναδίρ», την εποχή της ενθουσιώδους διερεύνησης.
«Το μυστικό Νερό», όταν η αναζήτηση έγινε συνειδητή.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», όταν επιχείρησα να χρησιμοποιήσω μέθοδο στην ανάπτυξη ενός συλλογισμού.
«Το ταξίδι των τρολ» (παιδικό), σε μια έκλαμψη θάρρους .

Τυγχάνει κάποιο έργο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Ανεπαρκή και γκροτέσκα, είναι όλα τους παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Το ταξίδι των τρολ» είναι ένα απελευθερωτικό έργο - τουλάχιστον για την συγγραφέα του - με θέμα την έξοδο από την τυποποίηση. Παρόλο που είχα την ξεκάθαρη πρόθεση να γράψω ένα παιδικό βιβλίο, μέχρι σήμερα δεν είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ενήλικες.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτή τη στιγμή, Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας» και βρίσκομαι στη σελίδα 135…

Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, που προσπαθώ να μην έχει τις ατέλειες των προηγούμενων, για να έχει μεγαλύτερες.

Κάνετε μακρινά ταξίδια με μηχανή. Θα τα στριμώξτε σε δυο φράσεις;
Η (ψευδ;)αίσθηση της ελευθερίας που απολαμβάνω όταν διασχίζω την Ευρώπη ή την Ασία με μηχανή, με τρέφει, με αναζωογονεί και είναι απολύτως εθιστική. … Νομίζω ότι είναι το μόνο παράθυρο ανεμελιάς που μου απέμεινε, στον, κατά τα άλλα, σώφρονα βίο μου.
Δημοσίευση:

Ρομπέρτο Άρλτ – Οι 7 τρελοί


Θέλω να γίνω μάνατζερ των τρελών, των αμέτρητων παραγνωρισμένων ιδιοφυϊών, των ανισόρροπων που δεν έχουν πρόσβαση στα πνευματιστικά και μπολσεβικικά κέντρα…Αν τους ξεγελάσεις για τα καλά, αν τους ενθαρρύνεις αρκετά, είναι ικανοί για πράξεις που θα σας έκαναν να ανατριχιάσετε. Γραμματιζούμενοι της μπάρας, εφευρέτες της γειτονιάς, προφήτες της ενορίας, πολιτικοί του καφενείου, φιλόσοφοι των κέντρων διασκέδασης: αυτοί θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της οργάνωσής μας. [σ. 191]

Να κι ένα πεδίο όπου ο Μπόρχες έπεσε έξω: η περιφρόνησή του για την γραφή του Ρομπέρτο Άρλτ μοιάζει πια αδικαιολόγητη και αναρωτιόμαστε σήμερα τι μπορεί να μην άρεσε στον καθολικό εκείνο αναγνώστη, καθώς ο Άρλτ (1900-1942) υπήρξε μια πραγματικά ιδιαίτερη περίπτωση. Μιλάμε για έναν πυρετοκίνητο γραφέα, με εμμονές στο κακό και το ανήθικο, έναν πλάστη αρνητικών ηρώων που όμως ξεσπούσαν στις ακρότητές τους μέσα σε απόλυτα αληθινά κοινωνικά δεδομένα. Γιατί ήταν η ίδια η εποχή που ωθούσε όλους αυτούς τους παραπεταμένους στα άκρα, ήταν η ίδια η ζοφερή πραγματικότητα που δικαιολογούσε τις αναίσχυντες πράξεις τους.

Ήδη από την πρώτη σελίδα ο Ρέμο Εδροσάιν βρίσκεται ενώπιον τριών ανωτέρων της Σακχαροποιίας όπου εργάζεται, ακούγοντας: Υπάρχει μια καταγγελία ότι μας έχετε κλέψει εξακόσια πέσος. Αισθάνεται άδειος, ένα κέλυφος ανθρώπου, κινούμενο από τον αυτοματισμό της συνήθειας. Βρίσκεται ξανά «στη ζώνη της αγωνίας» και της ονειροπόλησης μιας ζωής όπου το αύριο δεν θα αποτελεί συνέχεια του σήμερα, αλλά θα είναι πάντα διαφορετικό και εσαεί απροσδόκητο. Η ένταξή του στην επαναστατική οργάνωση του Αστρολόγου (και Αρλτικής αλτ-περσόνας) είναι θέμα χρόνου. Αυτή η οργάνωση που μοιάζει με αίρεση, τσίρκο και τρομοκρατική ομάδα μαζί σκοπεύει να τιμωρήσει κάθε έμπορο, πλούσιο ή αστό και να μοιράσει κοινωνικά δίκαια και ευτυχίες χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα κι όλες τις εκδηλώσεις σκοτεινών ενστίκτων. Αναπόφευκτα θα ποδοπατήσει και κάθε ηθική διάκριση. Τα φλογοβόλα (για να κλέψω τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του Άρλτ) κίνητρά τους αναβλύζουν από την ταξική ταπείνωση που βιώνουν καθημερινά, εγείροντας εκδικητικές τάσεις και νικηφόρα οράματα. Ο βασικός κινητήρας της επανάστασης θα είναι ένα οργανωμένο πλέγμα πορνείων. Ο Νιτσεϊσμός ας επικρατήσει κάθε Μανιχαϊσμού. Οι Άγγελοι Εξολοθρευτές δεν εγγυώνται κανένα παράδεισο. Ας γίνει κόλαση, λένε, καλύτερη θα είναι από το παρόν.

Μια ομήγυρη σκληρών, αυτοκαταστροφικών και παραβατικών τύπων, ο Μελαγχολικός Μαστροπός, ο Ταγματάρχης, ο Χρυσοθήρας, ο Άντρας Που Είδε Την Μαία, η αγέρωχη Χωλή Ιπόλιτα, κι άλλες εξπρεσιονιστικές καρικατούρες και «υιοί της απώλειας» θα εξεγερθούν όχι μόνο για να ζήσουν αλλά και για να μπουν βαθύτερα στο νόημα της ζωής, να θρέψουν τις υπαρξιακές τους πείνες. Ιδού ένα επικίνδυνο μίγμα: πλήξη και απόγνωση μαζί. Είναι εμφανής η αιμομιξία του Άρλτ με τις λογοτεχνίες του Κακού και τους Λωτρεαμόν, Ντοστογέφσκι, Κάφκα, Γκομπρόβιτς, Κόχουτ, Βίτκιεβιτς αλλά και μια ανεστραμμένη Ζωή των Μποέμ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι συνδέσεις με το παρόν: τα σχέδια των χημικών επιθέσεων, ο τρόπος προσηλυτισμού που μοιάζει με των αιρέσεων, η δυστοπία των μηχανών που θυμίζει εξίσου Φριτς Λανγκ και Σοσιαλιστικό Ρεαλισμού, η θεωρητική σκευή του Ολοκληρωτισμού. Εκείνος που θ’ ανακαλύψει το ψέμα που χρειάζεται η μάζα θα γίνει ο Βασιλιάς του Κόσμου. [σ. 195]

Ο Μπόρχες θαύμαζε τους λούμπεν ανθρώπους των κακόφημων πλευρών του Μπουένος Άιρες, ίσως επειδή δεν μπορούσε ποτέ να τους μοιάσει. Ο Άρλτ δεν είχε πρόβλημα: αυτές ήταν οι παρέες του και συχνά ζούσε σαν κι αυτούς. Οι 7 τρελοί συνεχίζουν στα Φλογοβόλα, που μαζί με το Λυσσαλέο παιχνίδι και τον Μάγο Έρωτα (1926 – 1932 αντ.) είναι τα μοναδικά μυθιστορήματα του Άρλτ, προτού ανακοπεί η ταχύπαλμη (σαν τη γραφή) καρδιά του. Από διηγήματα και θεατρικά, ξεχείλιζε, όμως αυτός ο ασπούδαχτος – εργάτης – δημοσιογράφος διαβάστηκε περισσότερο ως οξυγράφος χρονικογράφος (τιτλοφορούσε τα χρονογραφήματά του ως οξυγραφίες) εφόσον η αδιαφορία του για γραμματικές και ορθογραφίες και η άτακτη και συχνά ασύνδετη γραφή του τού στέρησαν την αποδοχή ως συγγραφέα. Σήμερα η επίδρασή του στην αργεντινή λογοτεχνική μοντερνικότητα θεωρείται δεδομένη, ο Πίγλια (βλ. πιο κάτω) τον αναφέρει δεόντως και με δέος, ενώ παραμένει άγνωστος στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτοί χάνουν.

Στην πραγματικότητα ποσώς μ’ ενδιαφέρει αν με θεωρούν ιδιοφυΐα ή όχι. Τα λόγια δεν έχουν μεγάλη σημασία για όσους είναι προορισμένοι για έργα. Εκείνοι τρέφονται με άσκοπα λόγια είναι οι περιθωριακοί του πνεύματος. Εγώ θέτω στον εαυτό μου το εξής ερώτημα, η απάντηση του οποίου δεν εξαρτάται από τις πνευματικές μου ικανότητες: Μπορώ να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους; Και πλησιάζω πρώτα πρώτα τους αθλίους, προσφέροντάς τους ένα ψέμα για ν’ ασχολούνται, ένα ψέμα το οποίο να τους κάνει ευτυχισμένους ικανοποιώντας την ματαιοδοξία τους…Και οι φτωχοδιάβολοι αυτοί, που εγκαταλειμμένοι στον εαυτό τους δε θα ήταν τίποτε άλλο από παρεξηγημένοι τύπο, γίνονται το πολύτιμο υλικό με το οποίο θα παράγουμε τη δύναμη…τον ατμό… [σ/ 192-193]

Συντεταγμένες: Εκδ. Ροές, 2008, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 345, με προλογικό σημείωμα και σημειώσεις της μεταφράστριας (Roberto Arlt, Los siete locos, 1929)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr


Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης – Guy Debord [1931-1994]

Ο Ντεμπόρ υπήρξε ένα από τα πλέον ανατρεπτικά πνεύματα του περασμένου αιώνα. Κυνήγησε και ύμνησε την σφοδρότητα της εμπειρίας, την αίσθηση της ελεύθερης ζωής, την ποιητική χαρτογράφηση του βίου, την πίστη στις λιγότερο νοθευμένες από την εμπορικότητα απολαύσεις της ζωής. Ως όγδοη τέχνη όρισε την ίδια την καθημερινή ζωή. Μέσα από έντυπα, θεωρητικά κείμενα και αυτοβιογραφικά βιβλία πρότεινε την επινόηση νέων συμπεριφορών αντίστασης στα όσα στρέφονται κατά της ελευθερίας και της δημιουργικότητας, νέων κανόνων του συγκλονιστικού παιχνιδιού που λέγεται ελεύθερη ζωή και νέων. Την έμπρακτη επιστροφή «της επιθυμίας της συνείδησης και της συνείδησης της επιθυμίας». Το σμίξιμο τέχνης και ζωής σε μια αδιαίρετη ενότητα.

Εξέδωσε πειραματικά βιβλία με τεράστια επίδραση στην τέχνη της τυπογραφίας και δημιούργησε εφτά κινηματογραφικές ταινίες που άλλαξαν την έβδομη τέχνη, περιφρονώντας κάθε εμπορική σύμβαση. Επηρεασμένος από τον Isidore Ducasse (Κόμη του Λωτρεαμόν) και τον Arthur Cravan, επανήλθε στην εικονοκλαστική επίθεση των ντανταϊστών και των πρώτων υπερρεαλιστών, στην αυτοκαταστροφή των καλλιτεχνικών μορφών. Σε βιβλία όπως τα Memoires [Απομνημονεύματα] η αφήγηση γινόταν μέσω κολλάζ, θραυσμάτων φράσεων, αποσπασμένων από βιβλία και περιοδικά, κομμάτια από έντυπα και εικαστικά, σαν τα Καλλιγράμματα του Apollinaire. Υλικό παλιά με χρήση νέα. Η μουσική μετατρεπόταν σε άγριο ηχητικό αυτοσχεδιασμό, η ποίηση ως ρεσιτάλ κραυγών, θορύβων, κομματιασμένων λέξεων και αγκομαχητών.

Ο Ντεμπόρ δημιούργησε επιθεωρήσεις κι έφτιαξε διεθνιστικές ομάδες που αντί για την καταθλιπτική ζωή που προτείνει η κοινωνία, θα στήριζαν την εποποιία τους στην αναζήτηση του πάθους και της περιπέτειας. Γνωρίζοντας την θαυματουργή και εγερτική ενέργεια της κοινότητας, συνένωσε παρέες - τολμηρούς «συνδαιτυμόνες στο συμπόσιο της ζωής» (όπως η Michele Bernstein, ο Δανός ζωγράφος Asger Jorn που θα συγκροτήσει το κίνημα Cobra και εν συνεχεία το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους, ή λίγο ο Raoul Vaneigem). Περιπλανώμενοι στα σοκάκια του Παρισιού, επιδίδονταν σε πλήθος μποέμικων διασκεδάσεων και ερωτικών περιπετειών, σε μεγαλειώδεις κραιπάλες και μυθικά μεθύσια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, βρέθηκαν άνθρωποι από είκοσι χώρες για να μπουν σ’ αυτή τη σκοτεινή συνωμοσία με τις απεριόριστες απαιτήσεις. Πόσα βιαστικά ταξίδια! Πόσες ατέλειωτες φιλονικίες! Πόσες παράνομες συναντήσεις σε όλα τα λιμάνια της Ευρώπης.

Θεωρητικές και πρακτικές πλατφόρμες των ιδεών τους, πρώτα η Λεττριστική, αργότερα η Καταστασιακή (ή Σιτουασιονιστική) Διεθνής. Θα προτείνουν μια νέου τύπου Πολεοδομία και Αρχιτεκτονική που θα θέλγει τους ανθρώπους, την ανασυγκρότηση των πόλεων, την έγερση οικοδομημάτων και συνοικιών στην υπηρεσία των ανθρώπινων παθών. Να υπάρχουν σπίτια που θα μας κάνουν να ονειρευόμαστε καλύτερα απ’ όλα τα ναρκωτικά. Την ποιητική επιστήμη της Ψυχογεωγραφίας, τη μελέτη των επιδράσεων του διευθετημένου γεωγραφικού περιβάλλοντος πάνω στη συναισθηματική συμπεριφορά. Την διαρκή περιπλάνηση στην πόλη, ώστε να εξερευνηθούν οι δυνατότητες βιωμένης ποίησης που προσφέρει. Την δημιουργία ενός homo ludens – ανθρώπου του παιχνιδιού, που μετατρέπει τις κόγχες της πόλης σε φωλιές παθών και πεδία παιχνιδιών.

Το λεττριστικό και καταστασιακό πείραμα «ζητούσε ανθρώπους αποφασισμένους να διευρύνουν ολοένα και πιο πολύ τα όρια της ελευθερίας, στην πράξη, μέσα στην καθημερινότητα, εκεί όπου δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από προσχήματα και θεωρίες, εκεί όπου καλείσαι διαρκώς να πραγματώνεις τα όνειρά σου, όπου λόγια και έργα είναι άρρηκτα δεμένα». Απαιτούσε την υπέρβαση των κοινωνικών και συναισθηματικών δεσμών που απειλούν την ελευθερία του ανθρώπου, που ήθελε αδιαπραγμάτευτη και πρακτική, συγκεκριμένη κι όχι αφηρημένη. Και μετά η Κοινωνία του Θεάματος: 221 παράγραφοι, ένας «καταιγισμός κατεπειγόντων τηλεγραφημάτων υψίστης σημασίας» με την ψυχή του Hegel, το πνεύμα του Μαρξ, τον ρυθμό των ντανταϊστών, το στιλ των αποφθεγμάτων και το ύφος του Βιτγκενστάιν, που άλλωστε είχε πει: Από εδώ που είμαστε, πρέπει να πάμε εκεί όπου βρίσκεται η Απόφαση. Νέο όραμα η συνένωση όλων των σοβαρών τάσεων αμφισβήτησης για το Μεγάλο Συλλογικό Έργο της Τέχνης και της Επανάστασης.

Ο Ντεμπόρ πίστευε πως οι θεωρίες και οι ιδέες είναι όπλα, μονάδες που ρίχνεις στο πεδίο της μάχης, που είχε άλλοτε τονίσει βοών εν τη ερήμω ο Παναγιώτης Κονδύλης
Τα συνθήματα του Μάη του ’68 - κι όχι μόνο εκείνες οι 3 λέξεις με κιμωλία στον τοίχο, μια νύχτα του 1953: Ne travaillez jamais [Μην δουλεύετε ποτέ] - ήταν αντλημένα από τα γραπτά του (συμμετείχε άλλωστε στην επιτροπή κατάληψης της Σορβόννης και ήταν μέρα – νύχτα στους φλεγόμενους δρόμους).

Αρνήθηκε σ’ όλη του τη ζωή να δώσει συνεντεύξεις ή να εμφανιστεί στην τηλεόραση. Τα γραπτά και οι ιδέες του δεν διαψεύστηκαν ποτέ από τα γεγονότα. Στο τελευταίο του βιβλίο Cette mauvaise reputation… [Αυτή η κακή φήμη…] έγραφε ότι έζησε κάθε λογής περιπέτειες, δεν επεδίωξε ποτέ να είναι αρεστός, η κοινωνική επιτυχία δεν ήταν μέσα στα σχέδιά του, πως τίποτα στον κόσμο δεν φτιάχτηκε για να τον ευχαριστήσει, εκτός ίσως από τις κάβες. To καθολικό μίσος της κοινωνίας της εποχής μου το άξιζα, και θα με δυσαρεστούσε να είχα άλλες αρετές στα μάτια μιας τέτοιας κοινωνίας. Αυτοκτόνησε με μια σφαίρα το 1994, όταν η από το 1990 αλκοολική του πολυνευρίτιδα έγινε επώδυνη. Διατήρησε το έξοχο χιούμορ του και παρέμεινε ευδιάθετος, είρων, φιλόξενος και άριστος συνομιλητής ως το τέλος. Ο χρόνος μου ήταν το παρόν.

Αναμφίβολα ο Γ.Ι.Μ. είναι ο ιδανικότερος μυητής στον ντεμπορικό βίο, που παρουσιάζει με τον ενθουσιασμό του φαντασιακού μέλους της παρέας και την πλήρη γνώση έργου και βιβλιογραφίας. Το προηγούμενο σχετικό βιβλίο του (Βορειοδυτικό Πέρασμα: Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί, 2η εκδ. Οξύ) έχει εξαντληθεί. Ετούτο έχει μείνει ακόμα σε μερικά βιβλιοπωλεία, και ευκαιρία για ντεμπόρεια παιγνιώδη αναζήτησή του! / Εκδόσεις Printa, [σειρά Εκ Βαθέων], 2001, σελ. 235, με παραπομπές, εργογραφία, πλήρη βιβλιογραφία, ηλεκτρονικογραφία και 12 μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στο πικ απ, ο Blixa Bargeld εμπνέεται την Salamandrina, o Kevin Norton καλεί τον Anthony Braxton για ένα For Guy Debord (in nine events), οι αγαπημένοι του Ντεμπόρ Art Blakey και John Coltrane τσουγκρίζουν κάπου παραπέρα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Η φωτογραφημένη τετράδα: Michele Bernstein, Asger Jorn, Colette Caillard, GD.

Λογοτεχνείο, αρ. 36


Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό, τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή


Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, απλώς τηρούν τα προσχήματα: ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ ηττημένηΜίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.

Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά στους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας. Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.
Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Μπάρρυ Μάιλς – Ουίλιαμ Μπάρροουζ. El hombre invisible


Μόνο για ένα πράμα μπορεί να γράψει ο συγγραφέας: για εκείνο που στέκει μπροστά απ’ τις αισθήσεις του τη στιγμή που γράφει…Είμαι ένα όργανο καταγραφής…Δεν θεωρώ ως δεδομένο πως πρέπει να πλασάρω «υπόθεση» «πλοκή» «ροή σεναρίου» και δεν το αποτολμώ…Εφόσον καταφέρνω να καταγράψω Απευθείας τις διεργασίες ορισμένων περιοχών του ψυχισμού τότε μάλλον επιτελώ συγκεκριμένη λειτουργία…Δεν ήρθα για να σας διασκεδάσω (σ. 124).

Μορφή της αβανγκάρντ και της underground λογοτεχνίας, ριζοσπαστικότατος καλλιτέχνης, μέγιστος επι/δράστης στην λαϊκή κουλτούρα, το ροκ εντ ρολλ και τον κινηματογράφο, καλτ φιγούρα στον περιθωριακό τύπο αλλά διάσημος σε πανεθνικό επίπεδο στη δεκαετία του ’70, ένας ακραίος των ιδεών και των διανοητικών, ερωτικών και κοινωνικών συμπεριφορών, κυρίες και κύριοι el hombre invisible!

Πετυχημένος ο χαρακτηρισμός, κι όχι μόνο επειδή έτσι τον αποκαλούσαν τα Ισπανάκια καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στα σοκάκια της Ταγγέρης. Στην ουσία ο Μπάροουζ πάντα προτιμούσε να είναι μακριά από την πλειονότητα των ανθρώπων κι από μικρός ήταν πάντοτε ο παρείσακτος και ο μοναχικός που προτιμούσε να τον αφήνουν στην ησυχία του. Ενδεικτικό παράδειγμα εδώ το ροκ εντ ρoλ: ίσως κανένας άλλος συγγραφέας δεν επηρέασε τόσο πολύ την διανοητική όψη του, κανενός τα βιβλία δεν υπήρξαν τέτοιο χρυσωρυχείο λέξεων και φράσεων για το είδος, όμως ο ίδιος παρέμενε εκτός! Απορούσε για τον αυθαίρετο έως αστείο όρο «Νονός του πανκ» και παραδεχόταν: έχω ελάχιστη επαφή με την ποπ κουλτούρα. Όταν κάποτε του συστήθηκαν οι Police έντρομος πήγε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους του πάρτι πως έχει έρθει η αστυνομία.

Ίσως γι’ αυτό τελικά ο πιο ταιριαστός στη γραφή του ήχος ήταν ακριβώς η fusion του Bill Laswell, που έφτιαξε τον δίσκο Seven Souls (1989) με τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει αποσπάσματα από το The Western Lands και να επανέρχεται στο Hallucination Engine (1994). Άλλο βέβαια αν έχει χωθεί στο εξώφυλλο του Sergeant Pepper’s, αν ο όρος heavy metal (ο απόλυτος εθισμός στα ναρκωτικά απ’ όπου τον πήραν οι Steppenwolf) και το όνομα του δονητή Steely Dan είναι δικά του, αν ο Bowie στο Diamond Dogs είπε πως χρησιμοποίησε τη μέθοδο των cut-ups για τους στίχους, αν οι Matching Mole και οι The Soft Machine του Robert Wyatt ή οι The Naked Lunch βαφτίστηκαν από την γραφή του, που οι Patty Smith, ο David Bowie, ο Lou Reed θεωρούσαν πνευματικό τους γκουρού, που Sonic Youth και John Cale έτρεξαν για τον δίσκο του Dead City Radio. Αυτό θα πει respect…

Γεννημένος το 1914 στο Σαιντ Λούις του Μιζούρι, μέσα στις μυρωδιές του φωταερίου από το μολυσμένο ποτάμι και του σκουπιδόλακκου στο τέρμα του δρόμου, σε μια ατμόσφαιρα θολή από τα εργοστάσια, ο Μπάροουζ μέσω ενός βιβλίου άνοιξε τα μάτια σ’ ένα κόσμο οπιοποτείων, στοιχηματζίδικων και άθλιων πανδοχείων (Jack Black, You can’t win - αυτοβιογραφία ενός απατεώνα). Έκτοτε ο κόσμος των εξαιρέσεων θα τον θέλγει μονοδρομικώς.

Νέα Υόρκη, Βίλλατζ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Τζάκ Κέρουακ, είσοδος στον ημι-υπόκοσμο, η τριάδα της Μπητ Γενιάς συμβιώνει, κάνει πειράματα τηλεπάθειας, ποθεί να διευρύνει «το πεδίο συνειδητότητας», περισσότερο ως μια αδελφότητας πνεύματος παρά ενός λογοτεχνικού κινήματος. Ασύνειδη συγκέντρωση υλικού των μελλοντικών του βιβλίων, θεατρικές αναπαραστάσεις, Νιλ Κάσσαντυ (ο ήρωας του On the road), οργανοσυσσωρευτής (συσκευή συλλογής της ζωικής ενέργειας της φύσης), καταδίκες στις ΗΠΑ, φυγή στο Μεξικό, Εκουαδόρ προς αναζήτηση του παραισθησιογόνου γιαχέ στην … ζούγκλα, η γνωστή εξ αμελείας ανθρωποκτονία της γυναίκας του: Ωθούμαι να καταλήξω στο φριχτό συμπέρασμα πως ουδέποτε θα είχα γίνει συγγραφέας χωρίς το θάνατο της Τζόαν…που με έφερε σε επαφή με τον εισβολέα, το Απαίσιο Πνεύμα, και με έριξε σε έναν ισόβιο, δύσκολο, κοπιαστικό αγώνα, όπου δεν είχα άλλη επιλογή από το ξεφύγω γράφοντας.

Παρίσι, The Beat Hotel, το σπίτι του για τα επόμενα χρόνια, παράθυρο στο φωταγωγό, Κόρσο και σία υπό την θαλπωρή της Μαντάμ Ρασού που ξεπλήρωναν με χειρόγραφα (τα οποία πετούσε χωρίς ποτέ να διανοηθεί την αξία τους). Ατέρμονες συζητήσεις πάνω στην επέκταση της «Ερωτικής Ευδαιμονίας», οι Μπητ καλλιεργούν το έδαφος για το χίπικο κίνημα, ο περιβόητος ζωγράφος Μπράιον Γκάιζιν (Brion Gysin), ο σπουδαιότερος φίλος του κι η μεγαλύτερη καλλιτεχνική του επιρροή, ανακαλύπτει τυχαία τα cut ups όταν τεμαχισμένα με κοπίδι κομμάτια εφημερίδας σχημάτισαν λέξεις, χωρίς να γνωρίζει πως έτσι έγραφαν και οι Ντανταϊστές. Τι πιο ταιριαστό για έναν συγγραφέα που το έργο του ήταν εκ φύσεως αποδιοργανωμένο και αποσπασματικό. Τώρα η ποίηση μπορούσε να παραχθεί πλέον από τον καθένα που κρατούσε ένα ψαλίδι!

Ο Μ. είχε μιλήσει ανοιχτά για τον εθισμό του στην ηρωίνη και τους πειραματισμούς με τα παραισθησιογόνα ήδη από την δεκαετία του ’50 και σύντομα έγινε ο διασημότερος εν ζωή ναρκομανής συγγραφέας. Δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τη λογοτεχνική εκμετάλλευση της ναρκοχρησίας του: Εάν ο συνειδησιακός μου κόσμος ήταν απλώς απόλυτα συμβατικός, κανείς δε θα ’χε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να με διαβάσει, έτσι δεν είναι; Ανεπιθύμητος στις ΗΠΑ, έγινε δεκτός σε μια Ευρώπη που είχε σε μεγαλύτερη υπόληψη την πειραματική γραφή, συνεπώς είδαν τα cut up και την τρίστηλη γραφή ως συνέχεια της παράδοσης του Αρτώ, του Ζενέ και του Σελίν, του ντανταϊσμού, του λεττρισμού.

Συνεχείς μετακινήσεις, επαναληπτικός κύκλος τοξικομανίας και αποτοξιώσεων, Junkie, πάντα φίλος με τον Γκίνσμπεργκ που δεν σταμάτησε ποτέ να τον ενθαρρύνει να γράφει (τα μυθιστορήματά του εκδίδονταν χάρη στις επίμονες προσπάθειές του). Ταγγέρη, 1954 – 1958. Η λαβυρινθώδης πόλη υπό την κοινή διοίκηση εννιά χωρών που γνώριζε από τα μυθιστορήματα του Πολ Μπόουλς, η Διαζώνη / Interzone των μυθιστορημάτων του, φτηνά πορνεία και ναρκωτικά, όνειρά για την Φρηλανδία, οι εκπατρισμένοι ξημεροβραδιάζονται στο Parade Bar, πίστη σε ένα μαγικό σύμπαν γεμάτο πνεύματα των ζώων, εκστάσεις και υποβολές. Σαϊεντολογία (όχι το θρησκευτικό της μέρος αλλά τα περί κάθαρσης του νου), θεωρίες του Ράιχ, αιγυπτιακή ιστορία, ηλεκτρο(ψυχο)μετρο, πυροβολική τέχνη (πυροβολισμοί σπρέι μπογιάς), αρχαιολογία των Μάγια.

Το Γυμνό Γεύμα αποτελούσε μια εκκωφαντική αντίδραση στην Αμερική της δεκαετίας του 50, σε σε μια προ – ροκεντρόλ εποχή! Πέρα από την νεωτερική γραφή, τις πραγματικότητες του ονειρικού χρόνου και την μυστηριώδη προφητεία για τον ιό του AIDS, θα επαναπροσδιόριζε τα όρια του άσεμνου για την Αμερική και για τις επόμενες δεκαετίες. Η συνέχεια γνωστή: The Exterminator, Nova Express, The ticket that exploded, Τhe wild boys. Παραδόξως έφτασε στο κοινό κυρίως από εξωλογοτεχνικές οδούς (ταινίες, βίντεο, δίσκοι, κασέτες, έργα τέχνης). Oι επιδράσεις του στη λογοτεχνία φάνηκαν ιδιαίτερα στα 80ς, με την ανάπτυξη του κυβερνοπάνκ, για το οποίο ο Glenn Branca στο Mondo 2000 είχε δηλώσει πως εκείνος κρατούσε το κλειδί αυτής της γραφής: Το να πας πέρα από τον Μπάροουζ – αυτό ούτε που θα μπορούσα να το διανοηθώ.

Φανατικά αντίθετος στη θανατική ποινή (εξού και η σκληρή ρεαλιστική απεικόνισή της στα βιβλία του που σόκαρε υποκριτές και μη), συχνά έμενε απένταρος και πουλούσε τη γραφομηχανή του, αναγκασμένος μετά να γράφει με το χέρι ή να δακτυλογραφεί σε καταστήματα που νοίκιαζαν γραφομηχανές με την ώρα. Ανήσυχος πειραματιστής με κάθε διαθέσιμο μέσο (γραφομηχανή, χαρτί και μολύβι, ψαλίδια και κόλλες, μαγνητόφωνο, φωτογραφία, κινηματογράφος, ζωγραφική), κατάμαυρος χιουμορίστας, διακωμωδητής των συστημάτων, ο Μπάρρουζ ωθούσε τα πράγματα να συμβαίνουν και ενέπνεε κάθε απελευθέρωση στους ανθρώπους.

Επιστροφή στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας και στον Τόπο των Νεκρών Δρόμων. Ο Μπίλ πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο Απαίσιο Πνεύμα. Ξόδεψε 40 χρόνια ερευνώντας τις μεταμφιέσεις του, αποκαλύπτοντας τα ονόματα και τις μεθόδους του. Στο έργο του κυριαρχούσε η αναγνώριση των συστημάτων ελέγχου και η επινόηση τρόπων καταστροφής του. Αγωνιζόταν πάντα για την απόλυτη ελευθερία από κάθε μορφής έλεγχο: θρησκεία, σεξουαλική καταπίεση, Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής, Παραδοσιακές Οικογενειακές Αξίες, προγραμματισμό μέσω ΜΜΕ και τηλεόρασης, κρυμμένα μηνύματα της γλώσσας, κάθε μορφής –ισμός. Το Απαίσιο Πνεύμα συχνά τον φοβήθηκε. Τα τελευταία του λόγια μέσα στο ασθενοφόρο προτού χάσει οριστικά τις αισθήσεις του ήταν: Επιστρέφω αμέσως. Λες και δεν το ξέραμε, Μπιλ.

Δεν υπήρχε καταλληλότερος βιογράφος από τον Άγγλο δοκιμιογράφο Μπάρρυ Μάιλς (1943): εκτός από επιστήθιος φίλος του Μπάρροουζ από το 1964 (στοιχείο που δεν φαίνεται καθόλου στο βιβλίο – πώς το κατάφερε;) υπήρξε στα 60ς συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου-γκαλερί Ιndica στο Μέιφερ του Λονδίνου, έχει βιογραφήσει Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ, έχει γράψει για underground κουλτούρες, για Frank Zappa και Beat Hotel. Η βιογραφία του διατηρεί ίσες δόσεις ψύχραιμης προσωπογραφίας και ερεθιστικότατου μυθιστορήματος.
Εκδόσεις Απόπειρα, 2008, μτφρ. Γιώργος Γούτας, σελ. 334 με βιβλιογραφία, επιλογή δισκογραφίας, ευρετήριο και 13 μαυρόασπρες φωτογραφίες (Barry Miles, William Burroughs, El Hombre Invisible, 1992). Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Lokker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αuditions και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, προλογικό σημείωμα: Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια - κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.