Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Get Well Soon – Vexations (City Slang, 2010)


It was a bright and beautiful morning in spring, I just went out in the forest to collect some woods for the fire when I stumbled upon a … Δεν είναι εισαγωγή από βιβλίο του Thomas Hardy ή του D.H. Lawrence αλλά από την Ναυτία του Konstantin Gropper, ένα μουσικό αντίστοιχο εκείνου του ρομαντισμού. Αμέσως μετά η Σιωπή του Σενέκα αντανακλά την δική της ιδιαίτερη μελωδικότητα και την αίσθηση πως αυτός ο δίσκος δεν ακούγεται απλώς: διαβάζεται, ονειρεύεται, βιώνεται.

Η εκλεκτή, εκλεπτυσμένη και εκλεκτικιστική μπάντα του K. G. τιμά τον πρώτο μήνα του έτους με τον δευτερότοκο δίσκο της, την στιγμή που όλο και περισσότερα play lists ανακαλύπτουν καθυστερημένα το προπέρσινο Rest Now Weary Head! You Will Get Well Soon. Τα τραγούδια εδώ χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: κάποια (όπως τα Seneca’s Silence, We Are Free Angry Young Man) αγγίζουν το είδος της υποδειγματικής σοφιστικέ ποπ Δον Κιχώτηδων όπως ο Gavin Friday της ωριμότητας, ο Frank Tovey/Fad Gadzet, ο Anthony Reynolds ή ένας πιο γρήγορος Perry Blake (αν και η τρυφερή χορωδία πίσω από το We Are Ghosts μου θύμισε το Invisible and Silent των Covenant). Περισσότερες είναι οι χαμηλές πτήσεις, όπου προτιμάται η όμορφη έγχορδη ελεγεία του Α Voice in the Louvre ή η φλέβα του Matt Elliott (We Are The Roman Empire και στο τελείωμα του A Burial At Sea) παρά οι υποτονικότητες των υπολοίπων.

Όπως πάντα ο K.G. (που πρόσφατα έγραψε το σάουντρακ για το Palermo Shooting του Wim Wenders) συνθέτει, παίζει και εκφράζεται φωνητικώς, αλλά σε αντίθεση με το ντεμπούτο, όπου έπαιξε όλα τα όργανα μόνος του, εδώ πρώτα έγραψε και ηχογράφησε τα τραγούδια στο σπιτικό του, κι ύστερα εγκαταστάθηκε σ’ ένα παλιό στούντιο κοντά στην Χαϊδελβέργη, όπου κουαρτέτα εγχόρδων και πνευστών, πιανίστας και ντράμερ περπάτησαν πάνω στα ηχογραφημένα μέρη.

Το Vexations προέρχεται από μια πλήρη πνευματική διεργασία που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα με τις ίδιες τις λέξεις του δημιουργού του, όπως παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα τους, η ιδέα του δίσκου προέρχεται από τον βίο και το έργο του Σενέκα του Νεότερου, του Ρωμαίου στωικού φιλοσόφου που είχε την ατυχία να έχει μαθητή τον Νέρωνα, από τον οποίο αργότερα διατάχθηκε να αυτοκτονήσει. Οι σενεκικοί τίτλοι περί της συντομίας της ζωής, της γαλήνης του μυαλού και του ευτυχούς βίου θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Gropper, να είναι οι υπότιτλοι του δίσκου.

Το We Are Free είναι γύρω από την ιδέα των Στωικών περί ελευθερίας, ότι είσαι ελεύθερος μόνο όταν μπορείς να εγκαταλείψεις ανά πάσα στιγμή τα πράγματα που αγαπάς, μια σκληρή μορφή ελευθερίας που προβλημάτισε τον Gropper. Το Nausea διαλογίζεται πάνω στο φερώνυμο έργο του Σαρτρ ενώ οι φυσικοί ήχοι είναι από το δάσος πίσω από το πατρικό του Gropper, όπου συνήθιζε να παίζει μικρός, και τώρα ηχοποιούν όλη αυτή η μετάβαση από την έστω και μελαγχολική παιδικότητα προς την ενηλικίωση.

Το Werner Herzog Gets Shot αναφέρεται βέβαια στον σκηνοθέτη που συνήθιζε να ρισκάρει τη ζωή του στα γυρίσματα, σύμφωνα με την ιδέα ότι η ζωή του καλλιτέχνη δεν έχει σημασία μπροστά στο έργο του, και το πώς η αρμονία πρέπει να διακόπτεται, όπως ο Η. έκοβε την αρμονία της δικής του ζωής. Το Red Nose Day στην δραματική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμεί να κάνει κανείς στη ζωή του και σε αυτό που αναγκάζεται να κάνει για να επιβιώσει, το 5 Steps… 7 Swords στο άγνωστο φόβητρο του θανάτου, στον οποίο βαδίζουμε χωρίς γνώσεις, παρά μόνο με τετριμμένες επιστημονικές και θρησκευτικές θεωρίες. Το A Burial At Sea εμπνεύστηκε απ’ τον Captain Ahab του Moby Dick, το We Are Ghosts απ’ το Μαρξιστικό Μανιφέστο, το Angry Young Man απ’ την Ιλιάδα.

Σε κάθε περίπτωση, το Vexations (τιτλοφορημένο από πιανιστική σύνθεση του Eric Satie (1949), δεν ολισθαίνει σε μουσικά ή στιχουργικά μελοδράματα, ίσως γιατί η γερμανική ιδιοσυγκρασία του Gropper τετραγωνίζει (εδώ θυμόμαστε τους Notwist και φανταζόμαστε μια ωραία συμφωνία με τον Markus Acher) κάθε ζαχαρώδη ή τραγική τάση. Χρωστάμε ακόμα μια κατηγορία, κι εδώ έρχεται η απογείωση με το 5 Steps / 7 Swords, ένα πραγματικά σπουδαίο τραγούδι, ο Tom Waits σε δεύτερη νεότητα με μπάντα τους Black Heart Procession και ενορχήστρωση επικού σάουντρακ, παίζουν σε πομπή στο Χάρλεμ ή σε πένθιμη ταυρομαχία. Ας είναι αυτή η επόμενη πορεία τους!

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Yann Tiersen Live at Fuzz

(Αθήνα – 14/11/2009)
Από το μέλι της Αμελί στο αψέντι της σκηνής

Οι Your Hand In Mine άνοιξαν ένα κίτρινο βαλιτσάκι, πήραν λάπτοπ και κιθάρα διπλής όψεως (χορδές μπροστά, δίσκος ανεμιστήρα πίσω), φύσηξαν μια μελλόντικα για μελλοντικά σάουντρακ και εν γένει μόνταραν ένα κατάλληλο προοίμιο παιγνιδιώδους μουσικής, με κολάζ από το στιλ τους, την toy pop, τον Pascal Comelade και την ευρεία electronica. Αυτός δε ο τύπος που έμοιαζε με τον Tiersen και βγήκε στη σκηνή φτιάχνοντας τα μηχανήματα κερδίζοντας το χειροκρότημα του κόσμου και άπειρες φωτογραφίες, δεν ήταν παρά ένας απ’ το πλήρωμα. Και είχε την μεγαλύτερη φωτογένεια απ’ όλους.

Ο Tiersen έπαιξε ένα εκπληκτικό σετ, καταιγιστικό και απρόβλεπτο, πολύ περισσότερο για εκείνους που ήρθαν ανυποψίαστοι περιμένοντας να ακούσουν τρυφερά κουδουνίσματα και ρομαντικά αμελή βαλσάκια. Όταν ακόμα και οι πιο ελευθέριοι σκόρερς έχουν δυο βασικές επιλογές για τα live τους (= ή ορχηστράτοι να παίξουν απαράλλαχτα τα κινηματογραφικά τους θέματα - ώστε να τα ακούσει ο κόσμος για χιλιοστή φορά κι εκείνοι ακόμα περισσότερες - ή να καλέσουν μερικούς φωνητικούς να τα ερμηνεύσουν, σ’ ένα νηφάλιο γκαλά), εκείνος ξεγλιστράει. Η δική του επιλογή αρχίζει από την αποδόμηση των κομματιών του και συνεχίζεται ως ένα κατά κυριολεξία «ολοζώντανο μουσικό κουτί» που περιέχει τα πάντα. Τα πάντα όμως από τι;

Από ένα προσωπικό παρελθόν μυριάδων ακουσμάτων και συγκεκριμένων συμμετοχών σε μπάντες που στην ουσία περιλαμβάνει όλη την post punk πορεία της τελευταίας τριακονταετίας. Όσο λιγότερο γνώριζε κάποιος την προϊστορία του, τόσο περισσότερο εκπλησσόταν. Κανένα κομμάτι δεν εξελισσόταν «ομαλά», κανένα δεν είχε ένα βασικό θέμα με τα γνωστά περιφερειακά. Μπορεί να άρχιζε με απόλυτο θόρυβο και να καταλάγιαζε σε ξέχωρη μελωδία ή σε παράσταση για ένα όργανο. Μπορεί να ξεκινούσε ηλεκτρονικό δρομολόγιο Orbital – Autechre, και να χανόταν στον αγγελικό θόρυβο της 4AD, των Modern English, των Cocteau Twins (ως το 83), των Μ83. Μπορεί να ξεκινούσε σαν κινηματογραφική εγχορδία α λα Nyman/Glass και να εκτροχιαζόταν σε ψυχεδελικότατους φαρφιζοειδείς αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να ξεκινούσε σε πειραματική electronica και να προσγειωνόταν σε βελβετικούς και κραουτευτονικούς καταρράκτες.
Σε αυτό το ηχοσύστημα όλοι ήταν απαραίτητοι. Δυο εξτρέμ, κιθαρίστας και μπασίστας σε κατάσταση έξαψης, ένας τερματοφύλακας στα κρουστά και μια λίμπερα στα πλήκτρα κύκλωναν τον Τίρσεν που είχε δεκάρι δίπλα του τον … Matt Elliott. Οι δυο κόλλησαν μετά την κοινή τους συμμετοχή στο The Dark Age Of Love (δίσκο με διασκευές των Coil, που ο επιζών Peter Christopherson χαρακτήρισε σαν τις πιο ιδιαίτερες και όμορφες εκδοχές τους) ως μέλη της κολλεκτίβας των This Immortal Coil (διπλό λογοπαίγνιο, ο νοών νοείτω), έκαναν μαζί εκεί 3 τραγούδια, ο Υ. κάλεσε τον Μ. στον δίσκο του Dust lane και γενικώς παίζουν μαζί. Ο Elliott με τον Tiersen κυκλώνονταν από μόνοι τους με μια πρωτοφανή αύρα ο καθένας τους. Ο πρώτος ακίνητος, αφοσιωμένος στην ακουστική του κιθάρα, στις φωνητικές εμβολές, στην εξ επαφής χρήση του μικροφώνου, στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ο δεύτερος μοιρασμένος στην τριπλοβάρδια πλήκτρων, κιθάρας και βιολιού. Η πεντάδα έχτιζε έναν συμπαγή τοίχο κι εκείνος πλανιόταν στον κόσμο του, στους ανισόπεδους κόμβους από την κλασική μουσική παιδεία στο χάος της electronica και του πρωτογενούς κιθαριστικού ροκ εντ ρολλ.

Συναρπαστικές στιγμές τα κομμάτια που τραγούδησαν όλοι σε αρμονική … πενταφωνία (ιδίως το Palestine, από ένα ταξίδι που τον σημάδεψε), ένα οργανικό ονόματι Ashes (;),κι εκείνα τα σημεία που τα drums χαμήλωναν και γίνονταν υπόκωφα καθώς άλλαζε η ροή του κομματιού: κατευθείαν απ’ την καρδιά του post punk. Όταν δε έμενε μόνος με το βιολί του το κοινό κρατούσε ευλαβική ανάσα. Το τριτράγουδο (;) ανκόρ τελείωσε με το αμέλιο βαλς σε ψυχεδελικότροπη πληκτρολόγηση. Ο ορισμός του απρόβλεπτου live. Ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει μετά ή και στο ίδιο το τραγούδι. Ως σήμερα σκεφτόμουν τον Piovani ως καταλληλότερο συνθέτη για να αναλάβει το σάουντρακ του φιλμ της συναρπαστικής μου ζωής, αλλά αυτός εδώ γνωρίζει πολύ περισσότερα...

ΥΓ. Η συναυλία ήταν sold out, πολύ κόσμος έμεινε απ’ έξω, ο χώρος ευτυχώς αναπνευστικός και η οργάνωση άρτια.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Τhe Maps – Turning the mind (Mute, 2009)

Κάποιος ιστολόγος χαρακτήρισε το Turning the mind ως τον καλύτερο ποπ δίσκο για την ψυχική κατάπτωση από την εποχή του Soul Mining των The The (1983) και ο ευφημισμός αναπαράχθηκε εις την αιωνιότητα του διαδικτύου (χωρίς να βρούμε τον γεννήτορα), αν και μεταξύ μας ποτέ δεν πήρα χαμπάρι πως το SM ήταν τέτοιας κατηγορίας. Άλλος χρησιμοποίησε τον λεξοδέτη των Spacemen 3 “Taking drugs to make music to take drugs” to για να αναστενάξει μερικούς υπαινιγμούς. Άλλωστε ολόκληρος ο δίσκος, από τον τίτλο ως τους στίχους ορισμένων τραγουδιών αναφέρεται στους διάφορους μηχανισμούς μεταβολής της εγκεφαλικής λειτουργίας, κυρίως τους τεχνητούς, με μια παράλληλη εμμονή σε εξίσου φαρμακερούς χωρισμούς. Κρατάμε δηλαδή ως τώρα τις λέξεις κατάρρευση, φαρμακολογία.

Οκ, τώρα μπορούμε να τις πετάξουμε. Αν η ναρκωτικο - θετημένη κατάθλιψη εμπνέει για τέτοιες συνθέσεις και τόσο ανεβαστικά τραγούδια, τότε τι να την κάνεις την χαρά (του άλλου); Ο James Chapman εκ Northampton, το πρόσωπο πίσω από τους χάρτες, έχει μεταβεί από το κιθαριστικό shoegaze του πρώτου δίσκου (We can create, 2007) σε αμιγώς ηλεκτρονικά πεδία, μαγνητικά και μαγευτικά. Λες και οποιοδήποτε συναίσθημα, έξαψη, έκλαμψη μετατρέπεται σε καταπληκτική κατά-πληκτρική σύνθεση. Τα συνθεσάιζερ λάμπουν παντού εδώ μέσα, οι μελωδίες είναι αστραφτερές και μελωμένες.

Η συνθετική ποπ απελευθερώνεται όταν καταφέρνει να απαγκιστρωθεί από Depeche Mode, New Order και Pet Shop Boys ή έστω να κλέψει τα καλύτερα του καθενός αποφεύγοντας άγονες μιμήσεις. Με σύγχρονα συμφραζόμενα, εδώ έχουμε παράλληλες συνδέσεις με τους ύστερους M83 (και ο Anthony Gonzalez άλλωστε παράτησε τους κιθαρισμούς για χάρη της ηλεκτρονικής ποπ) και τους Cut Copy, που έβαλαν σε πολλούς τα γυαλιά πέρσι με το In Ghost Colours. Ο J.C. έχει δηλώσει και φαν των Spiritualized και των Flaming Lips και στα live διασκευάζει το Leave Them All Behind των Ride. Το παλμαρέ συμπληρώθηκε, μένει η ταχυδακτυλουργία.

Όταν αστράφτει το συνθετικό (και με τις 2 έννοιες) ταλέντο του Champam τότε το χαρμάνι είναι χάρμα: I dream of crystal, Chameleon, Without you. Συχνά τα πλήκτρα μοιάζουν πινέλα που βάφουν με διαφορετικά χρώματα τα διάφορα στρώματα των κομματιών. Οι βρετανόφιλοι παπουτσοκοιταχτές die happy die smiling. Το Chameleon αγγίζει τα μαγνητικά πεδία των The Magnetic Fields. To Love will come ξεφεύγει, συνοψίζοντας την ηλεκτρονική χορευτικότητα από τις εκστατικές φάρμες και πίστες των 90ς στον Field. Στις πιο αδύναμες στιγμές, το Papercuts ακούγεται σαν από ξεχασμένο 80ς ραδιόφωνο, το Let go of the fear ντισκεύει μονότονα. Τα υπόλοιπα ξεχωρίζουν πανεύκολα από τον απέραντο ωκεανό των σημερινών τραγικά βαρετών κυκλοφοριών του είδους.

Εξαιρετικό δειγματολόγιο μοντέλων ηλεκτρονικής ποπ σύνθεσης για σεμινάριο. Valium in the sunshine όνομα και πράμα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

The Lovetones – Dimensions (Planting Seeds, 2009)


O ομορφότερος ποπ ψυχεδελικός δίσκος του 2009 (προσοχή: όχι ο ομορφότερος ποπ, ούτε ο ομορφότερος ψυχεδελικός, αλλά ο ομορφότερος του ξεχωριστού είδους που αναμειγνύει αμφότερα) όπως πάντα προέρχεται από το πουθενά, κι όπως συνήθως από εκείνους που δεν το περιμένεις. Πάντως όχι από τέταρτο κατά σειρά δίσκο μπάντας! Κι όμως, φαίνεται πως η Αυστραλιανή μπάντα του Matthew J. Tow το ζωγράφισε το κατρούτσο κομψοτεχνηματάκι της.

Το σχήμα έχει ήδη αποκτήσει βεβαρημένο παρελθόν στο ψυχεδελικό ροκ, και με τα Be What You Want (2002 στην Bomp!), Meditations (2005) και Axiom (2007) αλλά και λόγω της χρόνιας συνεργασίας με τους Brian Jonestown Massacre. Το γεγονός πως εδώ συμμετέχουν προσκεκλημένοι διάφοροι πρώην και νυν BJM μπορεί και να μη λέει τίποτα, αν αναλογιστούμε πως οι πηγαινοερχόμενοι της κοινότητας φτάνουν σε τριψήφιο αριθμό, μπορεί και να λέει πολλά. Πάντως κοινές τουρ, συνηχογραφήσεις και συνθετικές συμμετοχές (οι Lovetones στο And This Is Our Music, ο Anton Newcombe μοιράστηκε την σύνθεση του A New Low In Getting HighTow και κάνει δικό του ρεμίξ στο Journeyman - επανάληψη προφανώς άχρηστη εδώ, με λόγο ύπαρξης μόνο ως φλιπ σάιντ ή σε καμιά συλλογή με περισσεύματα κ.λπ.) έχουν ήδη χαρμανιάσει και συνχαρμανιάσει τις δυο μπάντες.

Ο Tow αποδεικνύεται περίτεχνος συνθέτης και μελωδός κι έτσι ο δίσκος περιέχει περισσότερα κομψοτεχνήματα ψυχεδελικής ποπ απ’ όσα θα ελπίζαμε. Η ειδικότερη Strawberry Alarm Clock φωνητική και η γενικότερη acid κλιματική δίνουν στο σύνολο ευάερο και πολύχρωμο ήχο, ο συνονόματος του Matthew Sigley στο όργανο ισορροπεί σε «κόντρα» ρόλο, δωδεκάχορδες πνοές φυσάνε ανάμεσα σε paisley pop, Zombies, αρχικούς Move και φυσικά Lennon – McCartney.

Αγνοώ τις εισαγωγές που προφανώς θέλουν να συνεχίσουν μια παράδοση «εισόδου» στον μυστικό ψυχοτροπικό κόσμο που ευαγγελίζονταν οι τότε δίσκοι και κάνω πρώτη στάση στο Journeyman. Χαιρετισμός και χάρη σε Big Star και Byrds, ένα δικαιωματικό σινγκλ. Το Two Of A Kind συνειρμεί Beatles, αλλά από κάτω ρέει ζέουσα Ray Davies φλέβα. Στο Song To Humanity είναι κοινή η διαπίστωση πως αντηχεί πρώιμος Bowie, μια κατεύθυνση που έπαιξε και σε προηγούμενα τραγούδια το σχήμα. Το There Is No Sound ακούγεται σαν Simon and Garfunkel μέσα από την κάνη μπητλικού Revolver. Και δεν φεύγω χωρίς αυτιά γεμάτα: το ένα από το Memory Lane με εκείνα τα 2 λεπτά και 2 δευτερόλεπτα που σου αλλάζουν τον γύρω κόσμο, όλα γίνεται χρωματιστά, οι έγνοιες φαίνονται βλακώδεις, οι πληγές μπουμπουκιάζουν, το άλλο από το Love And Redemption που μου θυμίζει πόσο μου λείπει η νεοψυχεδελική αναβίωση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.




50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως "υγρά" (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.


1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild




11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk - Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning - Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula - Sipa
19. Matt Elliott - What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War




21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars - Drug
25. Sigur Ros - Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives - Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes




31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family - I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint - I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera - Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring - As Long As The Sun Shines 38. Laibach - Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona



41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June - Many enemies bring much honour
46. Aspera - Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century



Spiritualized - Do it all over again (2001) λοιπόν....

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.









Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)


Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας - συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων - κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.

Soulsavers – Broken (V2, 2009)


Διαθέτω κάρτα διαρκείας και εμπιστοσύνης για όλες τις δραστηριότητες του Mark Lanegan και είμαι μέλος της ευρύτερης κοινότητας που εμπιστεύεται με κλειστά μάτια τις κινήσεις του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Είμαι επίσης επίτιμος ακροατής των προσωπικών του δίσκων και χρόνιος επιστροφέας στους Screaming Trees, έχω δε συρτάρια μου αδημοσίευτη θεωρητική μελέτη που υποστηρίζει πως η θέση που του αρμόζει να παίζει δεν είναι σόλο ή σε μπάντα, αλλά ως συνεργάτης - επισκέπτης σε ορισμένους εκλεκτούς της αρεσκείας του και της ιδιομορφίας του, πάντα με τη βαλίτσα στο χέρι. Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη και με τους Soulsavers, το ηλεκτρολογημένο μπλουζ δίπολο των παραγωγών Rich Martin και Ian Glover που εδώ τριτώνει τις φουρνιές του μετά τα “Tough Guys Don't Dance” (2003) και “It's Not How Far You Fall, It's The Way You Land”(2007) και δευτερώνει την εμπλοκή με τον Lanegan.

Ο Mark στην ουσία εξοικειώνεται ολόκληρο τον δίσκο, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για δικό του σπίτι. Είναι ο ίδιος που με το γνώριμο στιλ του χαράσσει τα σύνορα των περιοχών που θα διαβούν με τους πρόσθετους προσκαλεσμένους, σε μια περιπλάνηση σε διαφορετικούς έρημους τόπους, όπως σε χωράφια του «κινηματογραφικού» instrumental (με το πιανιστικό The seventh proof και το έγχορδο Wise blood) και σε ηλεκτρισμένα ναρκοπέδια (που θα μπορούσαν να πατήσουν και οι Gutter Twins, το προηγούμενο συνεργατικό του σχήμα) με το εννιάλεπτο επαναληπτικό Death bells και το μιντ σφυροκοπητό Unbalanced pieces, με Gibby Haynes (Butthole Surfers) και Mike Patton (Faith No More) αντίστοιχα συμ-φωνούντες μαζί του.

Όσο για την ημίφωτη (ή ημισκότεινη) περιοχή των μπαλαντών όπου λουφάζει πλέον οριστικά, ή θα τριγυρίσει μοναχός του σε οικεία μονοπάτια (Pharaos chariot, με συμμετοχή του Jason Pierce) ή θα πιάσει αγκαζέ την Red Ghost (= Rosa Agostino, μια επίμονη αποστολέας demo) για ένα ζευγαρωτό μπλουζ της ασυμφωνίας μ’ ένα διαφυγόν σαξόφωνο να προσπαθεί να τους ενώσει (Rolling sky) ή θα την αφήσει να περιπλανηθεί μονάχη της στο Praying ground και να του κλέψει μέσα απ’ τα χέρια την καλύτερη μπαλάντα της δεκατριάδας (By my side). Εκτός συναγωνισμού δυο διασκευές της συντριβής, φανταστείτε δηλαδή τι υποδοχή επιφυλάσσεται σε Tom Waits (Can't catch the train) και Will Oldham (You will miss me when I burn). Αντίστροφα ο Will τραγούδησε το σίνγκλ Sunrise, σύνθεση του Lanegan που δεν υπάρχει στο δίσκο.

Όμως εκεί που θαυματουργούν οι Δύο συν Ένας είναι αλλού: όπως η τελευταία μας επικοινωνία μαζί τους ήταν εκείνο το θεόπνευστο γκόσπελ περί αναγέννησης, το Revival που έκλεινε το It's Not How Far…, έτσι κι εδώ μια τριπλή γκοσπελική καρδιά χτυπάει ακριβώς στο κέντρο του δίσκου. Τα All the way down, Some misunderstanding, Shadows fall (με την συμμετοχή του Richard Hawley και μια έξοχη φυσαρμόνικα), είναι κατά κυριολεξία ψυχοσωστικά, πλήρης έμπρακτη δικαίωση του ονόματος της μπάντας.

Το παράδοξο του Lanegan είναι πως ακούγεται πάντα φοβερά ενδιαφέρων στα κατακορεσμένα μας αυτιά, χωρίς να προβαίνει σε καμία προσθαφαίρεση από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ορθόδοξου ροκ εντ ρολ. Εννοώ πως, όπως πάντα, δεν φτιάχνει τον συγκλονιστικό δίσκο που θα αλλάξει την πορεία του ροκ εντ ρολ, αλλά τροφοδοτεί συνεχώς με κάρβουνο την μηχανή του. Αν κάποιοι άλλοι γίνονται η ατμομηχανή, αυτός είναι ο κορμός του. Κι όσο παραμένει, είμαστε ήσυχοι για την πορεία.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr






Bye Bye Bicycle – Compass (Bonjour Recordings, 2009)


Πώς χαρακτηρίζουμε ένα δίσκο που περιλαμβάνει τέσσερα αριστουργηματικά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να υστερούν όχι επειδή δεν αξίζουν ως συνθέσεις αλλά επειδή αναγκαστικά σκιάζονται από την λάμψη των πρώτων; Θα αβανταριστεί για χάρη τους, θα μετρήσει ο μέσος όρος ή θα κριθούν ως οι εξαιρέσεις του εξαιρετικού στον απλώς καλό δίσκο; Ποιο είναι το αριθμητικό όριο κομματιών και ποιο το ποιοτικό κριτήριο για τον ένα ή τον άλλο χαρακτηρισμό;

Εδώ το βάθρο των μεταλλίων έχει τέσσερεις βαθμίδες, όπου εναλλάσσονται: το Cairo, με το καμπανιστό ανατολίζον κιθαρίσιο ριφ, το ευδαιμονικό σαξοφωνικό ινστρουμένταλ Meridian και το Pulp-ικής μελοδραματικής υφής Westside. Α, και το έξοχο Footsteps (Pt. II), που θα μπορούσε να ανήκει σε πολλούς άλλους (ονόματα δε λέμε, μέχρι και τα άλμπουμ των τελών του εβδομήντα θα ανοίγαμε) αλλά προκρίνονται οι Nits με εκείνη την υπόγεια νοσηρότητα που μόνο οι Βουνίσιοι Ολλανδοί ήξεραν να μεταδίδουν, συν την κεντροευρωπαϊκή πιανιστική ατμφόσφαιρα.

Κι ο υπόλοιπος δίσκος όμως αντέχει σε πολλά ακούσματα, αφού το στιλ των BBB επιβάλλεται με τη μία. Ανήκουν στις τυπικές ανεξάρτητες «κιθαριστικές» ποπ μπάντες που δεν πνίγουν τη φωνή από τα κιθαρίσματα αλλά την βγάζουν μπροστά, να καθοδηγεί τις στριφογυριστές, ημι-west κιθάρες και τα ανεβασμένο τέμπο. Cinerama, Brilliant Corners, η αφρόκρεμα του Pop C86, Pastels, έμφαση στη μελωδία, αντίθεση στη μελαγχολία. Ο καλύτερος δίσκος του είδους για φέτος.

Πρόκειται για πενταμελές σχήμα υπό τον André Vikingsson, που φτιάχτηκε το 2002 στη Δυτική Ακτή (Σουηδίας) και μετοίκησε στο Γκέτεμποργκ από το 2007. Μ’ ένα myspace μέχρι πρόσφατα στα Σουηδικά κι ένα άδειο προσωπικό σάιτ, πώς περιμένουν να φτάσουν ως τα αναρίθμητα ζευγάρια αυτιών που τους αξίζουν; Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι απουσιάζουν από τα βασικά ψαχτήρια - ευαγγέλια (π.χ. το twee net), τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Το Westside είχε βγει σε μικρό δισκάκι στην Cloudberry πριν δυο χρόνια (οι συγγένειες με τον ήχο της αναμενόμενες), κάποια στιγμή αντίκρισε και το δίδυμό του Eastiside, αλλά προφανώς εδώ προτίμησαν μια νεοσύστατη (;) άγνωστη εταιρεία. Τόση εμπιστοσύνη έχουν στη Τύχη; Γιατί νομίζω η θεά του είδους είναι άδικη, πολύ άδικη…

Πρωτοδημοσιεύτηκε σε κάποιο mic.

The Hidden Cameras - Origin: orphan (Arts & Crafts, 2009)

Το έχω καταλάβει το κόλπο των Hidden Cameras: προσφέρουν συγκεκριμένα κι απαράλλακτα μαντζούνια που σου δημιουργούν εθισμό. Τους ακούς και γύρω σου τυλίγεται μια παράξενη αρμονία με όλες αυτές τις πολυφωνίες, την επαναληπτικότητα, τις ανεπανάληπτες μελωδίες που μπερδεύονται η μια μέσα στην άλλη, τα χορωδιακά που θες να κλέψεις για ύμνο σε δικές σου κορυφές. Αυτοί οι Χαλβαδιαστές Χαβαλεδοποιοί μπορεί μερικές φορές να ακούγονται απλοί ή παιδαριώδεις, όμως χτυπούν πολλές φλέβες: στην παιχνιδιάρικη διάθεση, στην παιδική μνήμη, στο θυμικοσυναισθηματικό κόσμο που διεγείρει η ποπ. Κοινώς, έχουν πάντοτε τον τρόπο.

Έτσι και τώρα το 15μελές συμβούλιο υπό τον Joel Gibb ξεφουρνίζει τρίλεπτα και τετράλεπτα αποθέωσης της απλότητας και του απολύτως απαραίτητου στη σύνθεση, σαν μικρά θεατρικά ιντερμέδια, σαν αλλοπρόσαλλα παιδικά τραγουδάκια κι όλα με μια ύπουλή παραγωγή με βάθος και τοιχώματα, για να μην μπω στο σεξοστιχουργικό κομμάτι. Τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι, λες και έχουν πλάσει το δικό τους ιδίωμα, ακόμα πιο έξαλλο από τους καταχωρημένους ως συγγενείς Magnetic Fields, Vitesse, Moldy Peaches ή όποιους άλλους, ή την ετικέτα «gay church folk music».

Όμως για μισό λεπτό! Καθώς μαγεύομαι και ξαναμαγεύομαι από το Colour of a man, λέγοντας ναι, το στιλάκι είναι καθαρά δικό τους, κάποια στιγμή αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν 2-3 ταχύτητες παραπάνω, και τι θα θύμιζε τότε; Μα την Αυστραλέζικη Τραγουδοκατασκευαστική των Go Betweens, οπότε ως ντόμινο θυμάμαι και τους Tactics (Domino Theory μια και το ’φερε μόνος του ο λόγος…), τους Chills, κοινώς εκείνη την Ιδιώνυμη Ποπ των Αντιπόδων. Μήπως ο Καναδάς έχει πάρει δικαιωματικά τα σκήπτρα της απρόβλεπτης, γι’ αυτό και ιδανικής ποπ;

Είτε η προέλευση καταχωρίζεται ως «ορφανή» είτε όχι, τα τραγούδια τους σε αυτό τον πέμπτο δίσκο προκαλούν και πάλι εθιστική έλξη, καθώς τα ευγενοπρεπή φωνητικά, τα γλυκερά γυρίσματα και οι σπεκτορικές ενορχηστρώσεις ανεβαίνουν κλίμακα και εκσπερματώνουν …εεεε εννοώ ξεσπούν σε κορύφωμα ή πτώση. Παράδειγμα τα In the NA και He falls to me, αλλά και το Walk on, που εμφανίζεται με μανδύα επικής ορχήστρας, υπονομεύεται από πίσω με κάτι αυτοσχέδια κρουστάκια, στο δε ρεφραίν σταματά όλους τους πομπώδεις ήχους για να σταθεί γυμνό στο γνώριμο στιλ τους

Όμως εδώ έχουμε αρκετά λοξοκοιτάγματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως η δυόμισι λεπτών οργανική - almost droning - εισαγωγή και η τετράλεπτη ανατολικοπρεπής τελετουργική συνέχεια του εναρκτήριου, καθώς και το ομώνυμο, που βράζει σε μηχανικές, ανακυκλούμενες κιθάρες. Από το τυπικό τους κουπλορέφρενο ξεφεύγουν προς ένα pop-punk των παλαιών ανεξάρτητων κομμάτων επιτυχώς μεν το Kingdom come, ατυχώς δε το Do I Belong?. Στο …euro disco Underage (όπου η Κασσάνδρα και ο Λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου βρίσκει την ιδανική του υπόκρουση), βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές με αφρικανόπρεπα φωνίσματα, ενώ η ίδια μαυροηπειρώτικη φωνητική γαργαλάει και το The little bit, υπό την ασφάλεια του γνώριμου, εύχαρους στιλ τους. Προτείνω να συνεχιστεί το παιχνίδι προς αυτή την κατεύθυνση - ποιος ξέρει τι μαυρόασπρο διαμάντι μπορεί να προκύψει!

Η τρελή ομάδα συνευρέθη και ηχογράφησε σε Τορόντο, Οντάριο και Βερολίνο, ώδησε την σεξουαλικότητα, παρώδησε τις ορμές της, ξανάρχισε τις οργιαστικές της συναυλίες με μέλη της μπάντας, εγχορδιστές μουσικής δωματίου, strippers, γκόσπελ χορωδίες και χορευτές (εδώ θυμάμαι και τους Blue Aeroplanes με τον εξίσου αουτσάιντερ, αν και πιο οξύ ήχο) κι έβγαλε ένα δίσκο όλο δικό της, αλλά και μ’ έναν πρόσθετο ορίζοντα ανοιχτό για ανανεώσεις.

Πρώτη δημοσίευση: πάλι πρόλαβε το mic!


The Soundtrack of Our Lives - Communion (Yep Roc, 2008)


Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που 3 μέλη των (τώρα «θρυλικών») Union Carbide Productions έφτιαξαν στο Gothenburg τους Soundtrack of Our Lives. Θα περίμενε κανείς πως ο πέμπτος τους δίσκος [Welcome To The Infant Freebase (1996), Extended Revelation (1998), Behind The Music (2001), Origin Vol 1 (2004) και η συλλογή A Present From The Past (2006) - τα τρία πρώτα στην Telegram, τα δύο επόμενα σε WEA/Warners], πρώτος εδώ και τέσσερα χρόνια, θα είχε τίτλο Origin Vol 2 και θα συνέχιζε από εκεί που είχαν σταματήσει. Και θα έπεφτε μέσα κατά το ήμισυ.

Οι SOOL αφήνουν τον διφορούμενο τίτλο του ανανεωτή σε άλλους μπερδεμένους και επιστρέφουν στην ιστορία του ροκ για να τρέξουν σε μερικά χορταριασμένα μονοπάτια. Τέλη 60ς και αρχές 70ς, μπρος πίσω στις δυο δεκαετίες. Πρώιμοι Who και Traffic, διακριτικότεροι Stones και Floydd, περισσότεροι Big Star και Ντιτρόιτ. Οι Love στο The Fan Who Wasn't There (κι όχι μόνο για τις τρομπέτες), οι Faces στο Thrill Me, ο Pete Townshend στο Pictures of Youth, ο Τodd Rudgrenn στο …Utopia, οι T.Rex και Ray Davies ινκόγκνιτο εδώ κι εκεί, ο Phil Lynott κι η παρέα του τριγύρω. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει χώρος στη μνήμη για πιο πρόσφατες συνδέσεις, άντε να θυμηθούμε τους Beta Band στο Babel On, άντε και τους Super Furry Animals κάπου πιο κει, κι αφήστε τους ίδιους να λένε για … Black Flag.

Για να αναφέρουμε μερικά αστέρια, το Flipside μοιάζει εκ γενετής κλασικό, το Everything Beautiful Must Die διαγράφει μια τροχιά στο διάστημα των Spiritualized προτού καταλήξει στο Βελούδινο Υπόγειο, το Second Life Replay αποτελεί τυπικό ύμνο τους: ξεκινάει σαν μαγική μπαλάντα 60s power pop αφήνεται σε οργανική επανάληψη και ξεσπάει σε κιθαριστικό όργιο. Όσο για την κορυφαία διασκευή του Fly, έτσι θέλω να παίζονται οι διαθήκες του Nick Drake (τι νόημα έχει να ξαναγίνονται μπαλάντες και ποιος διανοείται να ξεπεράσει τις δικές του;): σαν ύμνοι, ροκ φωταψίες, που έρχονται από το άχρονο και μας πάνε μπρος πίσω χωρίς σταματημό. Ας σημειωθεί πως η αρχική εκτέλεση έγινε με παραγωγή John Cale που δεν ικανοποίησε το σχήμα και την άλλαξαν (!).Η δική τους διαθήκη είναι το καταληκτήριο (και Harrison-ικό) The Passover, κάτι για την άλλη πλευρά της «μεταφοράς».

Πιστό σε μια παράδοση διπλών concept albums, το Communion μοιράζει από έναν δίσκο για τη μέρα και τη νύχτα και 24 τραγούδια για τις αντίστοιχες ώρες, περισσότερο όμως φαίνεται πως επικεντρώνεται στους δυο τροπικούς του εγκεφάλου και στην απελευθέρωση του εαυτού εν γένει. Η δε διάρκειά του, όπως σκωπτικά γράφτηκε, είναι μεγαλύτερη από το Quadrophenia ή από ένα ματς της Premiership. Είναι όμως άξιο απορίας πώς ο Ebbot Lundberg και η πενταπρόσωπη παρέα του μ’ όλους αυτούς τους ρόκ ύμνους αλλά και τις συναυλίες με τα μεγαλύτερα ονόματα της αρένας έμειναν έξω απ’ την εμπορική πανήγυρη, εφόσον τα μεγάλα κοινά προτίμησαν ψευτογκαραζιές τύπου Strokes, γκραντζ-ουνίσματα από τους Vines και δεύτερα μπλουζίσματα από White Stripes και Kings of Leon. Τώρα οι αλλοτινοί “critical darlings”, μακριά κι από την μεγάλη εταιρεία, δύσκολα να αναστρέψουν το κλίμα, κρίμα.

Και τι νόημα έχει το γλοιώδες εξώφυλλο (που το Πανδοχείο αρνείται να δημοσιεύσει ως αισθητικά απαράδεκτο!) που όπως λένε οι ίδιοι απέτρεψε ακόμα και φίλους του απ’ την αγορά του δίσκου; Ήθελαν λέει να βάλουν μια ψευτοεικόνα με την οποία μας ταΐζουν: την ιδέα της τέλειας ζωής και απόλυτης ευτυχίας, που επιβάλλει η κυριαρχία των επιχειρήσεων (corporocracy). Όσο για το υδατογράφημα, πρόκειται για σύμβολο που αναφέρεται στο ολιστικό σύμπαν (As above, so below/Macro & Microcosmos) και στις σχετικές ιδέες του Ερμή του Τρισμέγιστου. Μια τέτοια θεωρητική κάλυψη όμως θα μπορούσε να αποδοθεί με πολλούς άλλους τρόπους από αυτόν!

Κάπως έτσι ξανοίγεται εδώ το ιδίωμα των SOOL. Τόσο μέσα στην ροκ ιστορία, τόσο επιλεκτικό στα κλεψίματα, τόσο προσωπικό στο στιλ. Σα να θέλουν να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα το πομπώδες και το μεγαλειώδες του είδους και το αποτέλεσμα είναι ένα (στο) maximum Rock’n’ Roll.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Bike for Three! - More Heart Than Brains (Anticon, 2009)


Ο Καναδός meta – hip - hopper λεξιπλάστης Buck 65 και η Βελγίδα ηλεκτρονικάρια Joelle Phuong Minh Le έφτιαξαν τον πιο εθιστικό δίσκο του 2009. Η Joelle ήδη με το project της Greetings from Tuskan μας είχε δείξει με τι αιθέρια έλαια της αρέσει να πασπαλίζει τα κήμπορντς της, προτού αρχίσει να πυροβολεί. Τα αρμονικά της πλήκτρα της κυνηγάνε τις μαστιγωτικές φράσεις του Richard Terfry που αφήνεται σε μια άνευ προηγουμένου συνειδησιακή ροή, κι ύστερα λιώνουν από τις θερμικές του λέξεις, διαλύονται. Τα λεκτικά τοπία του οδηγούν σε εικόνες, πλοηγούν σε συναισθήματα, χαρακώνουν πολιτικές, ειρωνεύονται σχέσεις, ονειρεύονται σχέσεις, αυτοβιογραφούν τον κομματιασμένο, μπερδεμένο του εαυτό. Όσο μπορεί φυσικά κανείς να το κάνει μέσα σ’ αυτό την ηλεκτρονική πλημμύρα downtempo, drones, κυριολεκτικής IDM, Spoken Art, με μαύρη, κατάμαυρη ραχοκοκαλιά και beats που μοιάζουν με παλμογράφους οργανισμού σε διέγερση, σε θλίψη, σε οργή.

Πώς αναμείχθηκαν εδώ οι ά-μικτοι και πώς συνεργάστηκαν οι απόμακροι; Η πρώτη βρήκε τον δεύτερο στο Myspace πριν και του έστειλε μουσικό κομμάτι να το στεγάσει τους στίχους του. Αντί να κολακευτεί εκείνη, κολακεύτηκε αυτός. Οι δοσοληψίες συνεχίστηκαν για πολύ καιρό και είναι μάλλον απίστευτο να συνειδητοποιήσει κανείς πως όλες αυτές οι ταχυδρομικές τροχιοδρομήσεις έφτιαξαν αυτόν ακριβώς τον δίσκο που η καρδιά κερδίζει τον εγκέφαλο.

Θαρρείς και ο καθένας αποδίδει με τον πλέον προσωπικό του τρόπο και με τον καλύτερο εαυτό του το απόλυτο respect προς τον έτερο, ανεβαίνοντας στο επίπεδό του. Κάπως έτσι μοιάζει ο δίσκος να απογειώνεται κομμάτι το κομμάτι. Προσπαθώ να φανταστώ πώς μπορεί να δημιουργήθηκαν αυτά τα πολυεπίπεδα, κατακομματιασμένα μαγευτικά παραμυθιάσματα. Άραγε ο από κει στιχοπλάστης έστελνε πρώτα τις θυελλώδεις γραφές του στην από δω συνθέτρια – συνθετήτρια κι εκείνη αράδιαζε πάνω τους πλήκτρα και ψηφίσματα ή του έστελνε εκείνη τις μελωδικές ηλεκτρο-σκοτο-φωταψίες της για να τις ντύσει, να τις καταστείλει, να τις διαστείλει; Ποιος καθρέφτισε ποιον, ποιος ενέπνευσε τι;

Ο Buck βρίσκεται πιθανώς στην πιο κομβική στιγμή του, που ήταν φως φανάρι πως θα συνέβαινε σε μια συνεργασία του κι όχι στην κύρια πορεία του. Αφήνει τις σειρήνες των πιο πομπωδών rappers και των πιο φολκοειδών Beck-ers, αφήνεται στα λυτρωτικά χέρια της Joelle. Ξαναθυμάται τις ιδέες του Square και της Language Arts σειράς, στο website του υπαινίσσεται τα άλυτα θέματα που είχε αφήσει εκεί. Αδιαφορεί ακόμα και για τις ομοιοκαταληξίες (αλλά όταν τις κάνει οι ποιητές βλέπουν την αστρόσκονή του). Άραγε η διασκευή του MC Space [MC Shan] είναι ένα ακόμα κλείσιμο παλιών λογαριασμών ή τιμή στην MC μυθολογία του;

O κορμός των 13 (αν βγάλουμε την αρχή και το τέλος) τραγουδιών είναι ένα συνεχές σφυροκόπημα αστραφτερών highlights, όπως τα πτερόεντα πλήκτρα του First Embrace που αντικαθιστούν τις μακρινές κιθάρες του post punk, όπως η συνθετική ανάμνηση των πιο σκοτεινών 80ς που έμειναν στα αζήτητα κι επανεγγράφεονται στο παρόν (Can feel love (anymore)), όπως η μέχρι επικότητας φόρτιση του No Idea How, όπως το καταλάγιασμα της hip hop οργής σε ύμνους όπως τα All There Is To Say About Love, One More Time Forever, Lazarus Phenomenon. Μέσα στον βούρκο της μοναδικής αστικής μουσικής που μπορεί να σταθεί σήμερα – και μιλάω για τα σύνορα hip hop, rap και electronica ανθίζει η πιο καθαρσιακή ποπ.

Οι δυο συνεργοί ακόμα δεν έχουν συναντηθεί μέχρι σήμερα. Όταν συμβεί αυτό, το δωμάτιο (ή στούντιο) της μοιραίας συνεύρεσης θα εκραγεί, θα εκτοξευτεί στην βιόσφαιρα ή θα ανθίσει σαν ένα λουλούδι, από αυτά που βλέπουμε αναπάντεχα φυτρωμένα στα άθλια πεζοδρόμια. Αλλά μάλλον θα αποφύγουν να βρεθούν, όπως λένε στο Κομμάτι 13. Let's never meet and regret a past endeavor/ What we have is rare indeed and guaranteed to last forever.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Sébastien Schuller – Evenfall (Green United, 2009)


Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια από την πρώτη και τελευταία φορά που συναπαντηθήκαμε με την μαγευτική ηλεκτρονικότητα του τριαντάχρονου+ Γάλλου. Το Happiness του 2005 (είχε προηγηθεί το Weeping Willow EP, 2002) ήταν ένα κομψοτέχνημα ψηφιακών μελωδών, ένα ακόμα διαφορετικό χρώμα στο ψηφιδωτό της απροσδιόριστης και αχανούς Γαλλικής Σκηνής των Πλήκτρων. Τι έκανε μουσικώς όλα αυτά τα χρόνια ο Σεβαστιανός από τις Les Yvelines των Παρισινών προαστίων; Απλώς συγκροτούσε και πλούτιζε την σαουντρακογραφία του: Un jour d’ été, Toi et moi, Notre univers impitoyable.

Στο νέο του Λυκόφως (ο τίτλος γαλλιστί) ο Schuller βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ακουστικότητα των ηλεκτρονικών του πολυοργάνων και αφήνεται ανεμπόδιστα σε μια αιθέρια μελαγχολία. Στα περισσότερα τραγούδια μαίνεται ένα ατέλειωτο κρυφτό των ηλεκτρονικών ήχων και φωνητικών: τα εύθραυστα δεύτερα μοιάζουν να φοβούνται μην διαταράξουν τις τονικότητες των πρώτων. Κλασικό παράδειγμα το Open Organ που θα μπορούσε να είναι η ευαίσθητη στιγμή στους δίσκους των M83 (αλλά και των Elbow ή των Radiohead ή των Snow Patrol ή των Blue Nile θα πετάξει κάποιος αναιδής κι έχουν όλοι τα επιχειρήματά τους).

Άλλοτε η φωνή συμπλέει με το πιάνο του Ρομαντισμού (Morning Mist), αφήνεται στην επαναληπτικότητα (Balançoire), Airίζεται ή βουτάει στο είδος που ατυχώς βαφτίστηκε Φολκτρονική. Σε μια τέτοια περίπτωση (Last Time) μας χαρίζει και δυο αλλεπάλληλους αιφνιδιασμούς, πρώτα με φτερουγίζοντα κατοπτρικά μπήτ κι έπειτα με 4ad κιθάρες και Μαντσεστεριανά μπάσα. Και να σκεφτεί κανείς ο σημερινός πολυμουσικός ξεκίνησε ως ορθόδοξος περκασιονίστας.

Ο ίδιος πάντως στο ερώτημα των δικών του σύγχρονων προσωπικών εμμονών συχνά αναφέρεται στον Marc Hollis (Talk Talk) που κατά καιρούς αναφέρεται στη σημασία των σιωπών μέσα στην μουσική, στον Sufjan Stevens και τους Animal Collective. Μια σύνδεσή του με τους δύο πρώτους είναι εμφανής, για τους τρίτους το ψάχνουμε ακόμα. Το εξώφυλλο είναι της συζύγου Agnes Montgomery που αρέσκεται σε τέτοιες κολαζόμορφες πολύχρωμες συνθέσεις (βλ. και το Pool Party του εξωφύλλου του Person Pitch των Panda Bear).

Ο Sebastian Schuller από το στουντιόσπιτό του βλέπει τις Παρισινές στέγες, μια εικόνα που αγαπά ιδιαίτερα. Μήπως σε αντίθεση με τις ροκ εντ ρολλ δοξασίες, δεν χρειάζεται να σαι ενδεής και δυστυχής για να παράγεις την ομορφότερη τραγουδιστική electronica;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Jason Lytle - Yours Truly, The Commuter (Anti, 2009)



Η διάλυση των 15ετούς ζωής των Grandaddy έγινε με το υπέροχο πλην παραγνωρισμένο παραμύθι Just Like The Fambly Cat (2006). Όσο οι Grandaddy φρόντιζαν να ραντίζουν συχνά το alt western lo-fi χωράφι τους με ψυχεδελισμούς, ηλεκτρονικά, και πολλή μελωδική ποπ, άλλο τόσο η αναμενόμενη ευφορία καθυστερούσε: τόσες πολλές μπάντες στις ίδιες καλλιέργειες από την μία, τόση επανάληψη από την άλλη, βάλε και τις ποιοτικές ανισότητες μέσα στους ίδιους τους δίσκους. Ακολούθησε η αναχώρηση του «επιβαρημένου» Jason Lytle από το γενέθλιο Modesto, CA, για τα βουνά της Αριζόνας. Η γνώριμη χρήση του ορεινού περιβάλλοντος: ο πληγωμένος ετοιμάζει την επιστροφή του.

Αλήθεια περίμενε κανείς η πρώτη του σολοπροσπάθεια να ακούγεται διαφορετικά από τους Grandaddy; Η ιστορία εκείνων των πολύχρωμων ηχητικών αναμνήσεων συνεχίζεται ακριβώς εδώ. Ήδη στην θριαμβική του είσοδο δηλώνει πομπωδώς την επιστροφή του με βαθυλάρυγγα μπάσα και πλουμιστά έγχορδα. Το ακόλουθο Brand New Sun ψυχεδελίζει όσο αποπλανητικά αρκεί, η κιθάρα του Ghost of My Old Dog μας χαϊδολογεί όσο διεγερτικά χρειάζεται. Πόσο λάθος να βάλει τα ομορφότερα τραγούδια του στην αρχή, δημιουργώντας τόσες προσδοκίες!

Ακολουθούν τρεις βαθιές τεχνορόκ πτήσεις του σε μπαλάντες πηχτού συναισθηματισμού και kingcrimson-ικών διαστάσεων (I Am Lost (And the Moment Cannot Last), Birds Encouraged Him, Fürget It), με ένα διάλειμμα - απαραίτητο χαιρετισμό στο παρελθόν των Grandaddy – ή πιθανώς ένα τραγούδι ξεχασμένο στα συρτάρια του(ς) (It’s The Weekend) κι έπειτα όμορφες πλην επικόμορφες ζώνες, παραπατήματα που ορίζουν την διαφορά με την προγενέστερη πορεία του. Η παρέκκλιση αυτή είναι φανερή στο δεύτερο μισό του δίσκου και μόνο το μαγευτικό Rollin’ Home Alone μοιάζει να παραμένει στον ίσιο δρόμο. Όμως έχουμε ήδη μετρήσει 5-6 αγαλλιαστικότατα τραγούδια.

Πιστός κι αυτός της συγκεντρωτικότητας που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερα αλλοτινά μέλη μπαντών σε ατομικές προσπάθειες, ο Lytle φτιάχνει τα ολοδικά του κομμμάτια, παίζει όλα όργανα τα μόνος του, τα μοντάρει στο δικό του πατρόν του, τα τραγουδά. Στιχουργικά συνεχίζει στις αδιανόητες παραμυθώδεις περιπέτειες μικρών μεγάλων και ζώων του παραμυθένιου κύκνειου άσματος της μπάντας που ονειρεύτηκε αλλά και του Excerpts from the Diary of Todd Zilla EP – ξανακούστε τα.

Άραγε θα ξαναφύγει για τα βουνά; Η απάντηση είναι σαφής και πνιγμένη στο καταληκτήριο πιάνο του επιλόγου του. Και στον τίτλο του: Here for Good.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr








Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Ηχητικά Μνημεία της Δεκαετίας του Εβδομήντα

Από το Καθαρτήριο των Αφιερωμάτων του Mic.gr κληθήκαμε σε πρώτη φάση να καταθέσουμε λίστα τριάκοντα Δίσκων – Ηχητικών Μνημείων της Δεκαετίας του Εβδομήντα, και σε δεύτερη να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας εκείνες που συμπεριελήφθησαν στην τελική συλλογική πενηντάδα. Βλ. λίστες και κείμενα για τις θέσεις από 1-10 εδώ, από 11-30 εκεί και από 31-50 παραπέρα. Ακολουθούν οι Τριάκοντα και οι Τέσσερις.

1.John Cale – Paris 1919
2.Lou Reed – Berlin
3.ABBA – Arrival
4.David Bowie – Low
5.Crass - The Feeding of the 5000

6.Suicide – S/T
7.Wire – Pink flag
8.The Velvet Underground – Loaded
9.John Cale – Fear
10.David Bowie – Heroes
11.The Pop Group – Y
12.Hawkwind –Warrior on the edge of time
13.Lou Reed – Transformer
14.Brian Eno - Another Green World
15.Kevin Coyne – Matching Head And Feet

16.David Bowie – Aladdin Sane
17.Buzzcocks - Another music in a different kitchen
18.Big Star – Radio City
19.Leonard Cohen - Songs of Love and Hate
20.George Harrison - All Thing Must Pass
21.Curtis Mayfield – Superfly
22.Miles Davis - Bitches Brew
23.John Cale – Vintage Violence
24.Magazine – Secondhand daylight
25.Don Cherry - Organic Music Society
26.Deep Freeze Mice - My Geraniums Are Bulletproof
27.Blue Oyster Cult –Agents of Fortune
28.Arthur Brown - Galactic Zoo Dossier
29.Electric Light Orchestra – Out of the blue
30.Terry Riley – Persian Surgery Dervishes

John Cale – Paris 1919 (1973)

O John Cale υπήρξε ο απόλυτος μοντερνιστής του ροκ εντ ρολλ: Πρώτα διέλυσε την ορθόδοξη φόρμα του είτε θρυμματίζοντας τα συστατικά του είτε ως Βελούδινος Αντεργκράουντερ είτε παγώνοντάς το στον απόλυτο κλασικιστικό μινιμαλισμό του Academy in Peril είτε λούζοντάς το στην πιο θερμή αβαν-γκαρντ των La Monte Young, Tony Conrad, Terry Riley. Κι επειδή δεν νοείται μοντερνισμός χωρίς παράδοση και χωρίς μοντέρνα χρήση αυτής ακριβώς της παράδοσης, έφτιαξε έναν από τους μαγικότερους δίσκους της δεκαετίας, με το μελωδικότερο ροκ εντ ρολλ, τις σπαρακτικότερες μπαλάντες, τους σαρκαστικότερους δραματισμούς, τις συμφωνικότερες ορχη + στρώσεις.

Διαβασμένος της λογοτεχνίας και της σύγχρονης σκέψης όσο ελάχιστοι, ξεκινούσε με φόρο τιμής στη μόνη κοινή πατρίδα που έχουμε όλοι (την παιδική μας ηλικία), τραγούδησε τον Dylan Thomas όπως κανείς ποτέ δεν τραγούδησε, υποδέχτηκε τον McBeth σε ένα μέρος τραγικότερο από τα πεδία των μαχών (:στο σπίτι του) και τελείωσε φλεγματικά ως τυπικός Ουαλός παρέα με τον Graham Greene. Η Σύνοδος των Βερσαλλιών υπήρξε μόνο η αφορμή. Ξέρουμε πως μετά θα παίξει το πρωιμότερο πανκ και θα βγει ξανά στους βρώμικους δρόμους.

David Bowie – Low (1977)

Η Μπαουική «Τριλογία του Βερολίνου» υπήρξε η απόλυτη ηχοποίηση της Μοναχικού Ευρωπαίου της Μοντέρνας Πόλης. Τι σήμαινε άραγε ο τίτλος Low; Τις χαμηλές διαθέσεις του Bowie (εκδοχή του παραγωγού Tony Visconti που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις ηχογραφήσεις), την προσγείωση μετά την ναρκωτική περιπλάνηση από Station to Station, την βουτιά στην τέχνη προς εξεύρεση απαντήσεων; Ή ένα νέο σπαρακτικό Low profile που ενδύεται ο βασανισμένος καλλιτέχνης κι επιχειρεί να κινηματογραφηθεί στο εξώφυλλο;

Ο δίσκος έμοιαζε πρωτόγνωρος, με την μια πλευρά γεμάτη αγκάθινα ποπ συρματοπλέγματα και την άλλη γεμάτη οργανικά συμπλέγματα. Ο πρώτος άξιος απόγονος της κληρονομιάς των Kraftwerk και των Neu! έπρεπε να διαμοιραστεί, και ορθώς, σε αυτό το στοιχειωτικότερο δυνατό ροκ εντ ρολ και στα ρομποτικά πληκτρολογίσματα.

Έχω την αίσθηση πως η σπορά του Low θα φανεί περισσότερο στα επίγονα τέκνα του Post-punk, του New Wave και του Industrial - πέρα από το γεγονός ότι έσπρωξε πολλούς μουσικούς προς τα εκεί ή πασπάλισε με την διαβολική του σκόνη την αύρα των ειδών αυτών. Οι Wire, οι Joy Division, οι Bauhaus, οι Public Image Ltd θα δείξουν πόσο Low έπεσαν και άκουσαν. Η αρχή των Tuxedo Moon βρίσκεται στο Warzawa, του Billy Mckenzie και των Associates στο The Secret Life of Arabia. Τα αερόβια κήμπορντς των New Order και το θεόλευκο dance rock στο Sound and Vision. Θα ακολουθήσει το διαφορετικά θυελλώδες Heroes, πάντα μαζί με τον Eno, είκοσι χρόνια προτού πέσει το Τείχος.

Lou Reed – Transformer (1972)

Transformer: ο απόλυτος απογυμνωτής του ροκ εντ ρολ που πετούσε σα στάχτη τους περιττούς θορύβους, τo χαμένο τέταρτο των Velvet Underground, η απλούστερη εκδοχή του γκλαμ, η επιτομή του νεοϋορκέζικου ροκ εντ ρολλ, ένας δίσκος που θα μπορούσε να ανήκει στον παραγωγό Bowie αν δεν έβγαινε μόνο από τις ίδιες τις φλέβες του Lou. Το Transformer δεν είναι μόνο το Vicious (η τελειωτική παραγγελία του Warhol), το Perfect Day (ο απόλυτος ύμνος πάνω στον έρωτα που μας κάνει να είμαστε άλλος και είναι ναρκωτικότερος των ναρκωτικών) ή το Walk on the wild side (η απόλυτη κινηματογράφηση των αντίθετων-από-κάθε-κανονικό ανθρώπων). Είναι το σύνολο των έντεκα τραγουδιών - βημάτων προς το μοναδικό μέρος που μπορεί να υπάρξει το ροκ εντ ρολλ: στο δρόμο.

Brian Eno – Another Green World (1975)

Εδώ έγινε η στροφή: εδώ άρχισαν να ελαττώνονται οι λέξεις και να επικρατεί η μουσική, εδώ πολλαπλασιάστηκαν τα όργανα, εδώ το ροκ εντ ρολ έπρεπε πλέον να ξεχειλωθεί, να υπονομευτεί, να παραμορφωθεί χωρίς να χάσει την παραμικρή ουσία. Αφήνοντας πίσω κάθε παραδοσιακή κατασκευή άλμπουμ, μπήκε χωρίς αποσκευές στο στούντιο, άφησε τα αναρίθμητα όργανα να τον οδηγήσουν, και ξανάκανε το ίδιο μετά βγάζοντας ήχους πάνω στα τραγούδια, αφήνοντάς τα δια ζώσης να τον οδηγήσουν στις λέξεις και την ερμηνεία. Στον Another Green World βρίσκονται: μια αφετηρία της ηλεκτρονικής μουσικής που μας ενθουσιάζει σήμερα, το προοίμιο της Ποπ Μηχανικής, το απόσταγμα του άρτ ροκ, όχι με την γνωστή ταμπέλα, αλλά με την κυριολεκτική σημασία κάθε τραγούδι να κατασκευάζεται και να μοιάζει ως έργο τέχνης.

Scanner – Rockets unto the edges of edges (BineMusic, 2009)

Ο ακροατής παίρνει δυο αρχικά κεράσματα απ’ τον Robin Rimbaud στο πρώτο και το τρίτο κομμάτι του δίσκου. Είναι οι μοναδικές του ευκαιρίες να φύγει (αν απατηλά νομίσει πως η συνέχεια είναι ανάλογη) ή να μείνει (αν διακρίνει πως εδώ υπάρχει μια αλλαγή που σιγοκαίει προτού εκραγεί πιο κάτω). Το πρώτο είναι η παρθενική φωνητική του (και ήρεμη) ισορροπία πάνω σ’ ένα κυκλικό λουπάρισμα της ακουστικής κιθάρας του Michael Gira (σημ. για τους νεότερους: Swans, Angels Of Light – η μέρα με τη νύχτα, ο θόρυβος με τη γαλήνη, απείρως σημαντικότεροι οι πρώτοι, αλλά εμφανείς εδώ μόνον οι δεύτεροι). Στο τρίτο η Ινδή soprano Patricia Rozario (βλ. (συνεργασίες με John Taverner Τον Σύγχρονο) αγνοεί επιδεικτικά κάθε υποψία θορύβου και υπερίπταται μόνη.

Ανάμεσά τους (Pietas Ilulia) υπάρχει η πρώτη ένδειξη του τι θα ακολουθήσει: πιάνο κι έγχορδα συμπλέκονται ισόπαλα, προτού χάσουν την οριστική πρωτοκαθεδρία από άλλα - ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μια δόση ηλεκτρονικότερα – πλήκτρα. Όπως και το Broken Faultline, μόνο που τα ισότοπα πλην λοξά πλήκτρα υπονομεύουν την οπερατική φωνωδία της καλεσμένης. Αυτός είναι ένας δίσκος – ορισμός της έννοιας της κλιμάκωσης.

Η χοάνη σε ρουφάει πρώτα με το Yellow Plains Under White Hot Blue Sky: υπόκωφες φωνές, μαστιγωτό ντράμισμα, ηλεκτρονικές παρεμβολές σε μια ανώμαλη αρμονία κάτω από τον θερμοσυσσωρευτικό μας (μπλέ; εγώ τα βράδια τον βλέπω γκριζοκόκκινο) ουρανό. Τα σινεματικά εγχορδίσματα του Through Your Window ξεκινούν αγέρωχα αλλά γνωρίζουμε πια τη συνέχεια: οι ψηφιακές ριπές έρχονται από παντού, όταν δεν τα αγκαλιάζουν, τα διαμελίζουν. Όπως οι Κροατικές και Κορεατικές λέξεις κομματιάζονται στο βομβοειδές The Last European.

Στην δεύτερη μεγάλη κυκλοφορία στην BineMusic και αναμφισβήτητα στο κορύφωμα της Scanner Ηχολογίας, οι απόψεις του Max Richter περί σύγχρονης κλασικοψηφιακής μουσικής και των Apparat περί του αρμονικότερου δυνατού ενοχλητικού ηλεκτρονικού ήχου συμπλέκονται με περιβαλλοντικές στρώσεις, ραντάρ αναμεταδόσεις και μινιμαλιστικές επαναλήψεις στο απόλυτο σύγχρονο σάουντρακ. Η μοναδική αντίρρηση: η ηρεμιστική Anna Livia θα έπρεπε να μπει στο τέλος, να καταλαγιάσει τα αυτιά από αυτό που προηγήθηκε.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.