Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίθριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αίθριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 22. Ηλίας Μαγκλίνης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ροΐδης, Καβάφης, Μπεράτης, Φλομπέρ, Κάφκα, Τόμας Μαν, Σελίν, Κόνραντ, Καμί, Μισίμα, Γέρζι Κοζίνσκι, Φίλιπ Ροθ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Διαχρονικά: Εκκλησιαστής, Νεκρώσιμος Ακολουθία, Ιλιάδα, Οιδίπους Τύραννος, Κύρου Ανάβασις, Μακμπέθ, Χαγκακούρε, Εξομολογήσεις (Άγιος Αυγουστίνος), Φόβος και τρόμος (Κίρκεγκορ), Εγκλημα και τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Στην καρδιά του σκότους (Κόνραντ).
Σύγχρονα: «Παραδόσεις» (Ν. Πολίτη), «Παραλογαίς» (Γ. Ιωάννου), «Το κιβώτιο» (Αρης Αλεξάνδρου), «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (Μυριβήλης), «Απ’ το στόμα της παλιάς Remington» (Γιάννης Πάνου), «Βήματα» (Γέρζι Κοζίνσκι), «Αμερικανική Τριλογία» (Φίλιπ Ροθ), «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (Μίλαν Κούντερα), «Η επιλογή της Σόφι» (Ουίλιαμ Στάιρον), «Ο θάνατος του εμποράκου» (Αρθουρ Μίλερ), «Ο ήσυχος Αμερικανός» (Γκρέιαμ Γκριν), «Ο ξένος» (Αλμπέρ Καμί).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, του Χέμινγουεϊ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ισαάκ Μπάμπελ, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ρέιμοντ Κάρβερ, του Λέοναρντ Μάικλς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως. Κυρίως ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίκι Σάμπαθ από το «Θέατρο του Σάμπαθ» του Ροθ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στα σημειωματάριά μου, με το χέρι. Μετά, στον υπολογιστή και στη συνέχεια πολλαπλή επεξεργασία. Πρωινά πάντα, στο γραφείο μου. Σπάνια, κάποιες σημειώσεις με το χέρι τα βράδια ή μέσα στη νύχτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ποτέ μουσική όταν γράφω ή διαβάζω, στα ενδιάμεσα μόνον. Προτιμήσεις: κλασική, τζαζ, electronica.

Πώς βιοπορίζεστε;
Γράφω σε εφημερίδα και περιοδικά. Ενίοτε μεταφράζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Λυπάμαι αλλά όχι. Τα έχω αφήσει πίσω μου. Το καλύτερο βιβλίο είναι πάντα το επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«The Things They Carried» (Τim O’ Brien), «Για τον Μότσαρτ. Τα άμεσα ερωτικά στάδια ή το μουσικό ερωτικό» (Κίρκεγκορ), «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια» (Νίτσε).

Τι γράφετε τώρα;
Μία νουβέλα και διηγήματα. Συγκεντρώνω υλικό και κρατάω σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα εδώ και μια δεκαετία. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με εν εξελίξει έργα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Από το 2005 που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο δεν ασχολούμαι με την κριτική. Ασχολούμαι όμως με βιβλιοπαρουσιάσεις και συνεντεύξεις με συγγραφείς, ακολουθώντας το προσωπικό μου γούστο. Ναι, μου κλέβει πολύ χρόνο αλλά μου δίνει και ερεθίσματα.

Συζήτηση για την Ανάκριση (εκδ. Κέδρος, 2008) βλ. εδώ.

Δημοσίευση και στο: http://www.mic.gr/


Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 16. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Όμηρος, William Shakespeare, Hegel, Guy Debord, Vladimir Nabokov, Raymond Chandler, James Ellroy, Charles Bukowski, Jack Kerouac, William S. Burroughs, Νίκος Καρούζος. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, πάντα, Borges & Bernhardt.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ιλιάδα, Άμλετ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα λάμπει μες στις δεκαετίες (και το ζηλεύω): The Lost Decade, του Francis Scott Fitzgerald.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως: ο Κώστας Μαυρουδής, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (για τον συνδυασμό λεπταισθησίας, νοημοσύνης, επινοητικότητας, ευαισθησίας). Και ποτέ δεν θα λησμονήσω τα όσα οφείλω στον Ηλία Λάγιο και στον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Dean Moriarty από το On the Road του Kerouac.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι. Αλλά δεν κάνει να πω τα μυστικά τους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Συχνότατα. Σε μπαρ και σε καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν βαδίζω, έρχονται οι μνήμες και οι ιδέες. Πασχίζω να μην τις χάσω, ενώ συνάμα χαμογελάω, ξέροντας ότι θα τις χάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Πάντοτε ακούω jazz ή/και κλασική, όταν γράφω. Η μουσική είναι η ζωή μου, όλο το εικοσιτετράωρό μου. Miles Davis, John Coltrane, Chet Baker, αλλά και Bob Dylan, Nick Cave, Μάνος Χατζιδάκις.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε] Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;.
Τρία τα αγαπημένα μου, και ας μιλήσω γι’ αυτά μονάχα. Το «Ω!» (σε συνεργασία με τον Πάρι Κούτσικο), ένα βαθιά ελληνικό γουέστερν ποίημα, όπου ο Έρως εκθειάζεται, απολύει την δυστυχία, αποθεώνει την συνωμοτικότητα της Συμμορίας των Δύο (που είναι, κατ’ εμέ, η απόλυτη ερωτική περιπέτεια). Το μυθιστόρημα «Aurevoir», για το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, για την Πατησίων, γιατί μπόρεσα να κάνω λέξεις τις μνήμες και πέτυχα να συνθέσω ένα πολυσέλιδο blues.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;.
Είμαι στη γειτονιά του Debord, στο Παρίσι, στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, ανοίγω την θύρα του βιβλίου «Μάης του 68».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;.
Την «Ιλιάδα» όπως μας την πρόσφερε ο Μαρωνίτης. Και μια πολυσέλιδη βιογραφία του John Cassavetes.

Τι γράφετε τώρα;.
Λιτά ποιήματα. Και μια Πολύτομη Επιστολή στη Γυναίκα Μου.

Ασχολείστε επισταμένα τόσο με την μετάφραση όσο και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται με κάποιο τρόπο;.
Όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτά τα πράγματα, ένας τρόπος υπάρχει: η πολύωρη, σχεδόν ακόπαστη, δουλειά. Η εργασία. Η προσήλωση. Κι αυτό είναι ήδη «εξαργύρωση».

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
ΟΚ, καλές, μια χαρά, εντάξει, άσε που βρήκα τον Θέμη Ανδρεάδη ιστολογώντας!

Δημοσίευση και εδώ.


Στο αίθριο του Πανδοχείου, 15. Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Λιούις Κάρολ, η αξεπέραστη έμπνευση, Σάμιουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσκο, η ελευθερία που ζηλεύω, Φραντς Κάφκα, η λεπτή ειρωνεία που θαυμάζω, Μαργαρίτα Καραπάνου, Ζαν Ζενέ, Πατρικ Ζίσκιντ η τόλμη που ονειρεύομαι, Τόμας Μαν, Βιτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Τζέιμς Τζόυς, η δεξιοτεχνία που ποτέ δεν θα φτάσω.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα έργα των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες - τα άπαντα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θεωρώ «Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωτοπόρο για τη λογοτεχνία της γενιάς μου. Στην κατηγορία που εγκαινίασε αυτό το έργο επιδίωξα να ενταχθώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φλογερή Μήδεια του Ανούιγ, ο υπό πειρασμόν Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ, ο εξαπατημένος Ιησούς του Σαραμάγκου, ο μηδενιστής Μεφιστοφελής του Φάουστ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ίδιοι οι ήρωες ευτυχώς παραμένουν στις σελίδες τους, οι σκέψεις που τους γέννησαν, βέβαια, δεν με εγκαταλείπουν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά την Ευρώπη, σε αντίσκηνα κάμπινγκ και - όταν είναι μεγάλη ανάγκη - σε εστιατόρια και καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όσο μακρύτερα βρεθώ από εκεί που ανήκω, οφείλω και αγαπιέμαι, τόσο εγγύτερα αισθάνομαι σ’ αυτό που ονειρεύομαι να γράψω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω - πολύ χαμηλά - instrumental όταν γράφω. Ακούω τα πάντα όταν διασκεδάζω.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους γράψατε τα έργα σας;
«Το μπουντουάρ του Ναδίρ», την εποχή της ενθουσιώδους διερεύνησης.
«Το μυστικό Νερό», όταν η αναζήτηση έγινε συνειδητή.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», όταν επιχείρησα να χρησιμοποιήσω μέθοδο στην ανάπτυξη ενός συλλογισμού.
«Το ταξίδι των τρολ» (παιδικό), σε μια έκλαμψη θάρρους .

Τυγχάνει κάποιο έργο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Ανεπαρκή και γκροτέσκα, είναι όλα τους παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Το ταξίδι των τρολ» είναι ένα απελευθερωτικό έργο - τουλάχιστον για την συγγραφέα του - με θέμα την έξοδο από την τυποποίηση. Παρόλο που είχα την ξεκάθαρη πρόθεση να γράψω ένα παιδικό βιβλίο, μέχρι σήμερα δεν είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ενήλικες.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτή τη στιγμή, Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας» και βρίσκομαι στη σελίδα 135…

Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, που προσπαθώ να μην έχει τις ατέλειες των προηγούμενων, για να έχει μεγαλύτερες.

Κάνετε μακρινά ταξίδια με μηχανή. Θα τα στριμώξτε σε δυο φράσεις;
Η (ψευδ;)αίσθηση της ελευθερίας που απολαμβάνω όταν διασχίζω την Ευρώπη ή την Ασία με μηχανή, με τρέφει, με αναζωογονεί και είναι απολύτως εθιστική. … Νομίζω ότι είναι το μόνο παράθυρο ανεμελιάς που μου απέμεινε, στον, κατά τα άλλα, σώφρονα βίο μου.
Δημοσίευση:

Στο αίθριο του πανδοχείου, 18. Εύα Στάμου


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Οι Γάλλοι και οι Ρώσοι του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ κι ο Ντοστογιέβσκι. Η Τζέην Ώστιν, ο Φώκνερ, ο Κόνραντ, ο Κάρβερ, η Ντόρις Λέσσινγκ. Πολλοί θεατρικοί συγγραφείς, θα αναφέρω ενδεικτικά τον Τσέχωφ, τον Ίμπσεν, τον Πίντερ, τον Άλμπυ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, Οι αδελφοί Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, Η καρδιά του σκοταδιού του Κόνραντ, το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ, Η η Προδοσία του Πίντερ, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Η Μάσκα του Δημήτριου του Άμπλερ, Τα βασικά προβλήματα της φαινομενολογίας του Χάιντεγκερ, η Θεωρία των συναισθημάτων του Σαρτρ, οι Τεχνολογίες του εαυτού του Φουκώ, είναι μόνο μερικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
«Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φώκνερ, «Ο θάνατος του Ίβαν Ίλιτς» του Τολστόι, πολλά του Φέιμπερ, του Τόινμπυ, και τα περισσότερα του Ρέυμοντ Κάρβερ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ηρωίδα της Τζέην Ώστιν στο Περηφάνεια και Προκατάληψη, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της που με την οξύνοια και την βούλησή της καταφέρνει να καταρρίψει πολλά από τα κοινωνικά κατασκευασμένα γνωρίσματα του φύλου της, να υπερβεί την κοινωνική της τάξη και να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;
Η Ζατέλη της Περσινής αρραβωνιαστικιάς και του Και με το φως του λύκου επανέρχονται, το έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου, σχεδόν όλα τα κείμενα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Θόδωρου Γρηγοριάδη, και αρκετά βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μου αρέσει να γράφω σε πολυσύχναστα καφέ πίσω από κάποιο παράθυρο κοιτώντας τους περαστικούς και στήνοντας αυτί στις συζητήσεις όσων κάθονται στα διπλανά τραπέζια. Έχω ανάγκη από πολλά ερεθίσματα, την αδιάκοπη κίνηση της πόλης, λειτουργώ καλύτερα έτσι παρά απομονωμένη στο γραφείο μου - είτε γράφω κάτι απλό για το ιστολόγιό μου, είτε δουλεύω πάνω σε ένα επιστημονικό ή λογοτεχνικό κείμενο, το σκηνικό της πόλης λειτουργεί ως ηχητικό και οπτικό υπόβαθρο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Συνήθως ξεκινώ από τα δικά μου συναισθήματα και τις προσωπικές μου εμπειρίες, που στην συνέχεια μπλέκονται με σκηνές από την καθημερινότητα, τις επαγγελματικές μου επαφές, τις ζωές φίλων, γνωστών, τα νέα των εφημερίδων. Η φαντασία μου φιλτράρει κι επεξεργάζεται αυτό το υλικό μ’ έναν τρόπο που τελικά η αρχική ιδέα καλύπτεται ολοκληρωτικά σχεδόν από την επινόηση.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω δεν ακούω μουσική - κι όταν ακούω αγαπημένη μουσική (Ξυδάκης, Μπαχ, Στραβίνσκυ, Γουίντον Μαρσάλις) δεν γράφω.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.
Το πρώτο μου βιβλίο, τους «Ελιγμούς», ξεκίνησα να το γράφω προσπαθώντας να διαπιστώσω αν έχω την ικανότητα να κατασκευάσω ένα μυθιστόρημα - ήταν μια δοκιμή, ένα προσωπικό πείραμα. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του η εμμονή που έχω να κρατώ ημερολόγιο υποχώρησε σταδιακά και αντικαταστάθηκε από την επιθυμία να συνεχίσω να γράφω πεζογραφία.

Το «Ντεκαφεϊνέ» πήγασε από τη λαχτάρα μου να μιλήσω για τις εμπειρίες νέων ανθρώπων που, όπως εγώ, ζούσαν μακριά από την πατρίδα τους από επιλογή, σε αναζήτηση της ταυτότητάς τους, κι όχι επειδή εξαναγκάστηκαν λόγω οικονομικών συνθηκών όπως συνέβαινε σε Έλληνες προηγούμενων γενεών. Παρόλο που το Ντεκαφεϊνέ δεν είναι η δική μου ιστορία τα συναισθήματα και οι διαθέσεις που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του μου είναι οικεία: το αίσθημα της μοναξιά, το άγχος της διαφορετικότητας, το μοίρασμα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, η άχρωμη, επίπεδη καθημερινότητα της κεντρικής Ευρώπης, είναι καταστάσεις που γνωρίζω καλά. [σ.σ. αμφότερα από τις εκδ. Οδός Πανός]

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» [σ.σ.: εκδ. Μελάνι, μόλις κυκλοφόρησε, 145 σελ.] αποτελείται από 8 διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Οι περισσότερες ιστορίες είναι δοσμένες σε πρώτο πρόσωπο και σχεδόν όλες περιγράφουν χαρακτήρες που βρίσκονται σε κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ή σημαντική στιγμή της ζωής τους. Το ανθρώπινο σώμα και η θέση του στον κόσμο σήμερα, ο τρόπος που το γυναικείο και το ανδρικό σώμα επικοινωνούν, η εγγενής σωματοποίηση της εμπειρίας, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, η ντροπή, ο πόνος κι η ηδονή, ο φόβος της φθοράς και του θανάτου που πηγάζουν από την σάρκα και επιστρέφουν σε αυτήν, είναι ο κοινός άξονας που συνδέει τα αφηγήματα.

Με τόσες ενδιαφέρουσες ψυχογραφημένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στις σελίδες, γιατί επιλέξατε την φόρμα του διηγήματος;
Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε κάτι διαφορετικό. Δεν αισθανόμουν την επιθυμία να παρουσιάσω χαρακτήρες σε εξέλιξη, αλλά ήρωες σε κάποια σημαντική ή ασυνήθιστη στιγμή της ζωής τους, εμβαθύνοντας περισσότερο σε συναισθήματα και διαθέσεις και όχι στην ανάπτυξη κάποιου λογοτεχνικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η φόρμα του διηγήματος σωστά χρησιμοποιημένη δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προκαλέσει εντονότερες σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη από ότι ένα μυθιστόρημα που κινητοποιεί άλλου είδους αναγνωστικές διαδικασίες.

Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα των διηγημάτων είναι η αδυναμία των ανθρώπων να συμβιβαστούν με το σώμα τους - οι σχετικές περιγραφές είναι διεισδυτικότατες.
Υποτίθεται ότι στην εποχή μας το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου χώρου. Στην ουσία όμως μένουμε στην επιφάνεια, για παράδειγμα στη διατήρηση της νεότητας με κάθε μέσο και μιλάμε ελάχιστα για το πως ο καθένας μας βιώνει πραγματικά την αλλαγή, τη φθορά και την επαφή με το σώμα του άλλου. Η έμφαση στην εικόνα του σώματος πολλές φορές συγκαλύπτει την σωματική εμπειρία κι αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο μπορεί να βοηθά, λόγου χάρη, τη βιομηχανία της διαφήμισης αλλά υπονομεύει την ταυτότητα του ανθρώπινου σώματος και τη διυποκειμενική εμπειρία.

Ακόμα, πολλοί παγιδεύονται στην εικόνα και την προσδοκία που έχουν οι άλλοι από αυτούς, όσο στενά και να σχετίζονται μαζί τους. Τελικά είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε, είμαστε αυτό που θέλουμε να δείχνουμε;
Εκτός από βιολογικές οντότητες τα σώματα είναι ιστορικές και κοινωνικές κατασκευές και γι αυτό οι σωματοποιημένες εμπειρίες μας πρέπει να εξετάζονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη η λογοτεχνία ως τέχνη έκφρασης της αληθινής εμπειρίας μπορεί να αποδώσει όψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας με αποκαλυπτικό τρόπο. Είμαστε όλα αυτά που αναφέρεις στο μέτρο που δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις εικόνες που έχουμε ήδη ενσωματώσει, από την επιθυμία μας να ευχαριστήσουμε τους άλλους, και από τα πρότυπα που ενστερνιζόμαστε.

Σε ορισμένα κομμάτια, όπως τα «Τιμώρησέ με» και «Μεσημβρινές συνευρέσεις» οι ηρωίδες γίνονται ερωτικά και σεξουαλικά αποδεκτές μόνο αν «υποδυθούν» τους ρόλους που τους ανατίθενται. Ο έρωτας δηλαδή φαίνεται να αφορά περσόνες κι όχι πρόσωπα. Γνωρίζετε πολλές τέτοιες περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθεί η ερώτησή σας. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η γυναίκα αποκτά τα ‘γυναικεία’ της γνωρίσματα μιμούμενη κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, π.χ., η ‘μοιραία’ γυναίκα, η ‘Λολίτα’, τους οποίους αναπαράγει σε κάθε νέα ερωτική σχέση. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, όταν προσεγγίζουμε την ερωτική επαφή σαν μια πράξη με συμβολικό νόημα με σκοπό να αποκαταστήσουμε ελλιπή κομμάτια του εαυτού μας, (την σχέση με τον πατέρα ή τη μητέρα που πέθανε όταν ήμασταν παιδιά, για παράδειγμα), ή όταν βλέπουμε την επαφή σαν ένα παιχνίδι επιβολής και εξουσίας, καταλήγουμε να υιοθετούμε περσόνες που μας απομακρύνουν από την αυθεντικότητα και την ευχαρίστηση που προσφέρει η ερωτική πράξη όταν πηγάζει από ειλικρινή επιθυμία για τον άλλο. Και ναι, γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που λειτουργούν ερωτικά μέσα από έναν ρόλο είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, ή που το έχουν κάνει σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

Το περιβάλλον των χαρακτήρων είναι μια πανάσχημη μεγαλούπολη, τα άθλια ξενοδοχεία, ένα βρώμικο και καταθλιπτικό περιβάλλον. Σε άλλο περιβάλλον θα είχαν καλύτερη τύχη;
Οι ήρωές μου κινούνται σε σταθμούς τρένων, καφέ, φτηνά ξενοδοχεία, οίκους ανοχής, μέρη που συμβολίζουν την ρευστότητα της επαφής, την προσωρινότητα της ύπαρξης. Άνδρες και γυναίκες μόνοι, ευάλωτοι, γεμάτοι αδυναμίες, πάθος και φόβο για τη ζωή στον ίδιο βαθμό. Πρόσωπα κρυμμένα πίσω από περσόνες κι εμμονές σε μια μόνιμη αναζήτηση που νοηματοδοτεί την ύπαρξή τους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρόσφατα μεταφρασμένο «Σώματα με σημασία» της φεμινίστριας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ και το «The feeling of what happens» του νευροψυχολόγου Αντόνιο Νταμάσιο.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω κάτι που δεν γνωρίζω αυτή την στιγμή ποια θα είναι η τελική του μορφή, αν θα εξελιχθεί σε μυθιστόρημα ή νουβέλα, καθώς βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την επιστήμη της Ψυχολογίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Σας διεύρυνε τον κόσμο υποψήφιων λογοτεχνικών χαρακτήρων;
Η ψυχολογία είναι η βασική μου εργασία και η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία αντλεί εν μέρει από την εργασία μου, δίχως να συγχέεται με αυτήν. Σε καμία περίπτωση λογοτεχνία και ψυχολογία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, γιατί -παρά τα φαινόμενα- είναι δύο πολύ διαφορετικές πνευματικές διεργασίες. Οπωσδήποτε οι επιστημονικές γνώσεις κι η εμπειρία μου με βοηθούν και να προσεγγίζω μεγαλύτερη γκάμα λογοτεχνικών χαρακτήρων και να εμβαθύνω σε αυτούς. Κανόνας μου είναι να μην θεωρητικολογώ με άλλοθι την ψυχολογία, να μην γενικεύω και να μην υπεραπλουστεύω όταν περιγράφω συμπεριφορές και γνωρίσματα των ηρώων μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο και για την επιστήμη της ψυχολογίας και για τη λογοτεχνία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν [http://evastamou.blogspot.com/]
Οι εμπειρίες φυσικά ποικίλουν, με τις θετικές να υπερτερούν σημαντικά. Η επικοινωνία κάθε μορφής αποτελεί μέρος της δουλειάς μου -με ενδιαφέρει τόσο η ανταπόκριση των άλλων στα δικά μου κείμενα, όσο και οι δικές μου αντιδράσεις σε αναρτήσεις που διαβάζω κατά καιρούς.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 17. Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ειλικρινά είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όλοι οι κλασσικοί και σχεδόν ολόκληρος ο 19ος αιώνας. Από τους σύγχρονους επίσης μου αρέσουν αρκετοί. Την λογοτεχνία παρά το γεγονός ότι είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση, την αντιμετωπίζω στο σύνολό της.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Και εδώ ισχύει ότι και με τους συγγραφείς!

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω αυτά του Μπόρχες γιατί τα ανακάλυψα μετά από κόπο και επίπονες προσπάθειες και πέρασα μοναδικά στη διάρκεια της ανάγνωσής τους. Από τους Έλληνες, θ’ ανέφερα άπαντα τα διηγήματα του Βιζυηνού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η Ναστάζια Φιλίποβνα και σχεδόν όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως κι ο Πιέρ, στο Πόλεμος και Ειρήνη, είναι συντριπτικός χαρακτήρας. Ακόμα ο Αίας της Ιλιάδας. Βεβαίως λατρεύω και μια σειρά από δευτερεύοντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωές σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Δεν διατηρώ καμιά απολύτως σχέση μαζί τους. Το ότι «υπάρχουν», μου είναι αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, δημιουργούνται για να πάρουν το δικό τους δρόμο. Όσο πιο αυτόνομοι, τόσο το καλύτερο - για όλους μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ελάχιστα και ανεπιτυχώς.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Αν κατάλαβα καλά, γράφοντας στο γραφείο του σπιτιού μου στον υπολογιστή μου (πλέον). Από το δρόμο, «κλέβοντας» από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, και διαβάζοντας βιβλία άλλων.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γενικά δεν ακούω μουσική. Όταν (σπάνια) συμβαίνει αυτό, ακούω συμφωνική και προκλασικούς.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, με τίτλο Περίπατος Πρώτος. Αν και πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, για μένα ήταν το πιο ολοκληρωμένο μάθημα γραφής. Έκτοτε, με κέρδισε ολοκληρωτικά η πεζογραφία, την οποία άσκησα υπό την σκέπη των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Μια κοινή περιπέτεια του σώματος: Τρία - τέσσερα επεισόδια αρθρώνονται γύρω από το ένα και μοναδικό φέρετρο του νησιού. Μνήμες της εφηβείας αναπλάθονται με μια σκοτεινά εύθυμη διάθεση στον κυρίαρχο στοχασμό του θανάτου, φωτίζοντας την απόσταση της τρεχούμενης ζωής, όχι τόσο από τα γεγονότα, όσο από το πέρασμα στην ανυπαρξία και την ανάμνηση.

Η συνέχεια είναι πολύ πιο εύθυμη.

Γυναικωνίτης.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αρνητικός απέναντι στις ανθρώπινες επαφές, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου καλλιεργεί την αυταπάτη της μοναδικότητάς του μέσα σ’ ένα σπίτι που το έχει μετατρέψει σε ψυχικό καταφύγιο. Αρκεί να βρεθεί για λίγο σε μια συντροφιά για να νιώσει μειωμένος θανάσιμα. Μια τυχαία ματιά είναι ικανή να τον αναστατώσει, μια κουβέντα το κάνει να χάσει την αυτοκυριαρχία του, κάθε μορφή που τον πλησιάζει κρύβει και μια ύπουλη επίθεση. Η ζωή του θα αλλάξει ριζικά, όταν κάποια μέρα, από τύχη ή ατυχία, τα βήματά του τον φέρνου στο μπαρ «17»: Μυρσίνη, Ισιδώρα, Εύα…μέσα στον ανεξάντλητο κόσμο των γυναικών και των ασήμαντων συνοδών τους, ο ήρωας παρακολουθεί την κατάρρευση της ύπαρξής του.

Η μέρα άρχισε με το αλεύρι.
Ένα βιβλίο που μας ξεναγεί στο παρελθόν. Μια οικογένεια που σέρνει την ευλογία και την κατάρα, την καλή και την κακή της συνάμα τύχη: Ολόκληρη η διαδρομή της από τον μύθο ως την πραγματικότητα. Μια πολύ μεγαλύτερη, θα λέγαμε, περίοδος της ανθρωπότητας συνοψισμένη στο διάστημα δυο αιώνων, του 19ου και του 20ου στη βιογράφηση μιας μόνο οικογένειας Ελλήνων από την Ανατολική Τουρκία.

Οι καλύτερες μέρες
Κάθε εποχή διεκδικεί το παρελθόν της, τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως ακριβώς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη για να βλαστήσει βυθίζει τις ρίζες της σε προγονικά πεπρωμένα. Είναι θέμα τύχης ή ατυχίας άραγε η δυνατότητα να καθορίσουμε τη μοίρα μας; Κι όταν τόσο πολλά προκαθορίζονται από αλλότριες ζωές και καταστάσεις, για ποια ελευθερία της βούλησης μιλάμε; Η ιστορία αρχίζει λοιπόν αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί η ηρωίδα, με πρόσωπα και γεγονότα που θα παίξουν, ερήμην της, το δικό τους παιχνίδι στη ζωή της. Δέσμια μιας κληρονομημένης ιδεολογίας, η Ισμήνη θ’ αγωνιστεί να βρει τη δική της περπατησιά στον κόσμο. Ακολουθώντας τα βήματά της, περιηγούμαστε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, βλέποντας με άλλα μάτια τη διαχείριση ιδεών και οραμάτων που μας στοίχειωσαν.
Οι “καλύτερες μέρες” δεν είναι απλώς μια επαγγελία· είναι μια Βαβέλ χωρίς τέλος, που σε καίριες φάσεις της ιστορίας καταρρέει θορυβωδώς. Έτσι όπως τώρα, με την συνδρομή της ανοιχτής κοινωνίας, που εξαγόρασε σε τιμή ευκαιρίας τις προσδοκίες του μεταπολεμικού κόσμου, αποθηριωμένες εντελώς μετά τη δικτατορία.

Το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σας είναι αν ξεχωρίζω κάποιο από τα βιβλία μου. Η απάντηση είναι ναι, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα …ποιο είναι αυτό!

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Κατά σύμπτωση σήμερα 27 Οκτωβρίου είδα και το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου μου που θα κυκλοφορήσει στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ότι το οπισθόφυλλο είναι ταυτόχρονα το καλωσόρισμα αλλά κι το αποχαιρετιστήριο νεύμα ενός βιβλίου σας, το παρουσιάζω σε ..πρώτη παγκόσμια! Ο τίτλος είναι: ΑΠΟ ΣΤΗΘΟΥΣ. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών.

«Η μικρή Λουκρέτσια και ο ζωγράφος Φιλίπο, η Σελίν, μια πόρνη του 19ου αιώνα, ανοικονόμητης ομορφιάς, η Έμιλυ και μια δυναστεία θανάτου, η Μαρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο, η Χάννα από το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, η Μαίρη Λέιν απ’ το Καντέρμπουρυ, η Άννα Μονς και ο Μέγας Πέτρος, αλλά και τόσοι άλλοι… Όλοι αυτοί είναι πλαστοί ήρωες που εισβάλλουν στην πραγματικότητα; Ή είναι ήρωες πραγματικοί, των οποίων η μοίρα πλαστογραφείται ανενδοίαστα; Πρόκειται για μία «από στήθους» βύθιση στην ιστορία; Άπλωμα στη γεωγραφία; Πολιτική σάτιρα; Ή για άγνωστες βιογραφίες που συναρθρώνονται αδιόρατα σε μία;
Οι ιστορίες του βιβλίου, ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών, μοιάζουν, η καθεμιά λιγότερο ή περισσότερο, ανοιχτά φετιχιστικές. Περιστρέφονται γύρω από το γυναικείο στήθος, γύρω από αυτό το αξεπέραστο σύμβολο ζωής, ευτυχίας, πάθους και έρωτα. Θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως ύμνους ή παρωδίες ενός θέματος· μόνο που το πραγματικό θέμα, αισιόδοξο παρ’ όλες τις σκιές του, κρύβεται κάτω από το στήθος, ή και πίσω από αυτό.»

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το δοκίμιο του John Gray Μαύρη Λειτουργία Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οκτώ.

Τι γράφετε τώρα;
Όπως σας είπα, περιμένω την έκδοση του βιβλίου μου. Δεν έχω αποφασίσει για το επόμενο βήμα μου.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας (Εφημερίδα Ποντίκι). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η εργασία αυτή εκτελείται στα πλαίσια ενός αυστηρού προγραμματισμού. Δε θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο προσωπικό μυστικό σ’ αυτό: διαβάζεις και γράφεις. Σκυμμένο κεφάλι χρειάζεται, δηλαδή μελέτη δίχως υπεροψία, και ανοιχτά τα μάτια, να μην σε πάρει …ο ύπνος και σε σηκώσει!
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μου κλέβει χρόνο, πράγμα που είναι μεγάλη αλήθεια, αλλά τόσο βιβλία κάθε εβδομάδα μου στερούν την απόλαυση της προσωπικής και απρόσκοπτης ανάγνωσης. Από την άλλη, είναι μια σοβαρή προπόνηση για να σε κρατά ετοιμοπόλεμο στις δικές σου λογοτεχνικές επιδόσεις. Θεωρώ πολύτιμη άσκηση αυτές τις εβδομαδιαίες, επέτρεψε μου να χαρακτηρίσω, επισκοπήσεις. Ωστόσο, ας σημειώσω ότι θεωρώ ως πληρέστερο «λογοτεχνικό περιβάλλον» την τρέχουσα ζωή.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 14. Χρύσα Σπυροπούλου


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τσέχωφ, Μωπασάν, Χάρντυ, Τόμας Μαν, Τσβάιχ, Κόνραντ, Γιουρσενάρ, Μάρτιν Βάλζερ, Π.Ντ. Τζαίημς, Ρουθ Ρέντελ, Χάισμιθ, Τσάντλερ, Ρος ΜακΝτόναλντ, Χάμμετ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα βιβλία των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα ιντερλούδιο του Τόμας Χάρντυ, Πικρία του Μωπασάν, Τα νιάτα του Κόνραντ και το Πάρτυ της Μάνσφηλντ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί….

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ για το λεπτό του γούστο, την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα και τον δυναμισμό του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Τους ξεχνώ και μερικούς τους ξανασυναντώ σε επόμενα βιβλία μου, όπως τον αστυνόμο Ηλιού και τη βοηθό του, την κυρία Γεωργίου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μόνο μία φορά στο αεροπλάνο, το οποίο φοβάμαι, έγραφα το κείμενο εισήγησής μου για ημερίδα προς τιμήν του Φώτη Κόντογλου. Στην πρώτη μου υπερατλαντική πτήση… για να καταπολεμήσω τον φόβο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν μού ’ρχεται μια ιδέα από το πουθενά, την σημειώνω σ’ ένα τετράδιο και κάνω μια σύντομη περίληψη της ιστορίας. Μετά αρχίζω να γράφω τα κεφάλαια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Συνήθως όταν εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Όταν σπανίως θα έχω τη διάθεση να εργαστώ ακούγοντας μουσική, τότε επιλέγω Μπαχ ή και εισαγωγές από έργα του Βάγκνερ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αγαπώ την Ομίχλη στη λίμνη, την πρώτη μου αστυνομική περιπέτεια, η οποία κυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Πανός και το πρόσφατο βιβλίο μου Το μυστικό της λίμνης, Κέδρος 2008, που είναι ιστορία μυστηρίου με οικολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται στους διαχρονικά… εφήβους.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Όπως σας είπα, το τελευταίο βιβλίο μου, Το μυστικό της λίμνης, είναι μια ιστορία μυστηρίου στην οποία πρωταγωνιστούν παιδιά ως μικροί ντετέκτιβ και ο σκύλος τους, η Ήρα. Επισκέπτονται τη λίμνη Κερκίνη και εκεί βρίσκονται μπροστά σε μικρά και μεγάλα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος… Αναδεικνύεται σ’ αυτήν την ιστορία η αγάπη των ηρώων για τη φύση, για τον έτερο, για το βιβλίο, τη μουσική. Τα παιδιά δρουν σαν ομάδα και πετυχαίνουν πολλά. Επίσης δέχονται το διαφορετικό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Διαβάζω τα διηγήματα του Τόμας Χάρντυ: Ο μελαγχολικός ουσσάρος της γερμανικής λεγεώνας (εκδόσεις Στοχαστής).

Τι γράφετε τώρα;
Αυτόν τον καιρό γράφω μόνο διηγήματα, αλλά επιμελούμαι έναν θεματικό τόμο διηγημάτων διαφόρων συγγραφέων για τα Ελληνικά Γράμματα, ο οποίος θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Κάθε άλλο. Το διάβασμα και η κριτική είναι μια συνεχής άσκηση, τους καρπούς της οποίας απολαμβάνω ποικιλοτρόπως καθημερινά…






Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 10. Νίκος Παναγιωτόπουλος


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τι θα προσέθετα στη δόξα τους αν αράδιαζα ονόματα όπως Κάφκα, Μπόρχες, Σεμπρούν, Σάλιντζερ, Πεσόα, Φόκνερ κ.ο.κ. Και τι θα αποκάλυπτε, άραγε, για μένα αυτή η λίστα με τα αυτονόητα; Επιτρέψτε μου να ξεφύγω από την άχαρη απαρίθμηση, λέγοντάς σας πως εδώ και κάμποσα χρόνια διακατέχομαι από αμείωτο δέος για τον όγκο και την ποιότητα του έργου του Φίλιπ Ροθ και του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ευτυχώς για όλους μας γράφουν ασταμάτητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Το βιβλίο της ανησυχίας, Το κιβώτιο, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Φως τον Αύγουστο, Το πράσινο σπίτι, Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Αμερικάνικο ειδύλλιο, Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, Ο φύλακας στη σίκαλη, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μαζί με δεκάδες άλλα...

Αγαπημένα σας διηγήματα
Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, της Φλάνερι Ο’Κόνορ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, με το υπέροχο Τι ειδε η γυναίκα του Λώτ;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Δον Κιχώτης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μονάχα η ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι ήρωες των βιβλίων μου ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους μέσα σ’ αυτά. Παραδόξως, εξακολουθώ να βλέπω στον ύπνο μου, πού και πού, τον James Wright από το Γονίδιο της Αμφιβολίας. Κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου, έχοντας γράψει μια δυο καλές σελίδες. Περιττό να αναφέρω ότι τον βλέπω να μου χαμογελάει με κατανόηση...

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Φυσικά. Ένα πανάλαφρο λάπτοπ είναι μια πολυτέλεια που επέτρεψα χωρίς δεύτερη σκέψη στον εαυτό μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω στον υπολογιστή. Στα αρχικά, ωστόσο, στάδια, καταφεύγω σε μικρά καλαίσθητα σημειωματάρια. Σπανίως ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις αυτές. Ό,τι αξίζει να διασωθεί γαντζώνεται με τρόπο ανεξήγητο στη μνήμη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, δεν ακούω μουσική. Είμαι φανατικός οπαδός της διατύπωσης του Κάφκα, για τον οποίο «ποτέ δεν ήταν αρκετή η νύχτα, ποτέ δεν ήταν αρκετή η σιωπή...» Το ίδιο κι όταν διαβάζω.
Επιτρέψτε μου να ξεφύγω και πάλι από την απαρίθμηση λέγοντάς σας πως στις ζόρικες στιγμές με συντροφεύουν τροβαδούροι σαν τον Μπομπ Ντίλαν, τον Τομ Γουέιτς, τον Βαν Μόρισον, τον Ντέιβιντ Μπόουι και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τις υπόλοιπες ώρες ακούω καλή μουσική...

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Θα ήταν εξαιρετικά άστοργο εκ μέρους μου να κάνω τέτοιες διακρίσεις και μάλιστα δημοσίως. Κάθε βιβλίο μου έχει ξεχωριστή σημασία για μένα τον ίδιο. Ολοκλήρωσα τα διηγήματα της Ενοχής των υλικών ενώ εργαζόμουν σκληρά για τον επιούσιο, κι αυτό μου επέτρεψε να συντηρήσω την ψευδαίσθηση πως το γράψιμο ήταν για μένα ανάγκη και όχι καπρίτσιο. Με το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου, απέδειξα κάτι διόλου αυτονόητο στον εαυτό μου, ότι διέθετα δηλαδή την απαραίτητη αυτοπειθαρχία, ενώ ταυτοχρόνως ξεκαθάριζα τους προσωπικούς μου λογαριασμούς με τη θρυλική χώρα της παιδικής ηλικίας. Το γονίδιο της αμφιβολίας μου έδωσε τη βεβαιότητα πως όσα γράφω αφορούν και άλλους εκτός από τους γείτονες τους γνωστούς και τους φίλους. Την Αγιογραφία αναγκάστηκα να την ξαναγράψω σχεδόν εξαρχής, αναζητώντας τη σωστή γλώσσα για τον αφηγητή μου, διαδικασία που μου επέτρεψε να συνειδητοποιήσω τι θα πει να βουτάς στα βαθιά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η Αγιογραφία είναι η εξομολόγηση ενός αγίου. Την τελευταία νύχτα της ζωής του, λίγο πριν τον λιντσάρουν εκείνοι που δυο μέρες πριν ζητούσαν την ευχή του, εξιστορεί όσα τον οδήγησαν ως εκεί στον άνθρωπο που το επόμενο πρωί θα κατηγορηθεί για τον φόνο του. Εξήντα τόσα χρόνια μετά από τη νύχτα αυτή, ο φερόμενος ως φονιάς του αγίου μας δίνει τη δική του μαρτυρία...

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Μόλις άφησα απ’ τα χέρια μου το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, Κόκκινο στην πράσινη γραμμή. Τόσο η σύλληψη όσο και η εκτέλεσή του, προκαλούν ρίγη γνήσιας αναγνωστικής συγκίνησης. Ένα σπάνιο βιβλίο!

Τι γράφετε τώρα;
Τα τελευταία πέντε χρόνια γράφω ένα μυθιστόρημα που τελειωμό δεν έχει... Και να σκεφτείτε πως δεν αρχίζω να γράφω αν δεν έχω το βιβλίο ολοκληρωμένο στο μυαλό μου...

Έχετε δημιουργήσει παιγνιώδη προσωπική ιστοσελίδα. Ποιες οι εμπειρίες σας από το ιστοσελιδοποιείν;
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη γενναιόδωρη συνδρομή ενός καλού φίλου. Όπως καταλαβαίνετε η εμπειρία μου ήταν μάλλον ξεκούραστη, οπότε συνιστώ σε όλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου...

Δημοσίευση και εδώ.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 13. Αριστείδης Αντονάς

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Κανένας συγγραφέας δεν είναι διαχρονικός και κανένας αληθινά σύγχρονος. Οι αγαπημένες μου σελίδες είναι διάσπαρτες, ταράζομαι όμως όταν πρέπει να εκφράσω την αγάπη μου σ' αυτές. Ίσως δεν έμαθα να αγαπάω σωστά ή ίσως η αγάπη είναι η ανεπάρκεια που αισθάνεται κανείς όταν σκέφτεται το αγαπημένο πράγμα: μόνο που έτσι δεν αγαπά ποτέ κανείς αρκετά. Δεν αγάπησα τίποτε αρκετά. Δεν έμεινα πιστός σε κάτι. Καταγράφω λοιπόν εκείνους που πρόδωσα, όχι εκείνους που αγαπώ. Δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά τους με τον τρόπο που ίσως έπρεπε. Πρόδωσα τον Μπέκετ, τον Πεντζίκη, τον Πόου, τον Ιούλιο Βέρν, τον Σοπενάουερ, τον Αλεξάντερ Γκρίν, τον Μέλβιλ, τον Γκόγκολ. Πρόδωσα επίσης τον Προυστ, τον Μπόρχες, τον Γονατά, τον Ντελέζ, τον Ντερριντά, τον Χαρμς, τον Μπέρνχαρτ. Πρόδωσα ό,τι αγάπησα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Περισσότερο θυμάμαι ή ανακαλώ διάσπαρτες σελίδες, που μοιάζουν ήδη κατεστραμμένες : είναι ήδη σχισμένες, θυμάμαι όμως συνήθως αν είναι δεξιές ή αριστερές σελίδες στον τόμο όπου τις είδα. Αποτελούν απολογισμό μιας εγκεφαλικής καταστροφής, κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι την παράταση της παρουσίας τους στο μυαλό μου που είναι φτιαγμένο για να ξεχνά. Ελάχιστα βιβλία μένουν "ολόκληρα" στο μυαλό μου. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες και Η εικόνα στο χαλί του Χενρι Τζέιμς, δύο από αυτά. Έκανα σεμινάρια για αυτά τα έργα στο Πολυτεχνείο. Παρουσιάζοντας την αρχιτεκτονική διάστασή τους. Ασχολήθηκα επίσης σε ένα σεμινάριο με τον Δόκτορα Τζέκυλ και τον κύριο Χάιντ του Στήβενσον και με την αρχιτεκτονική του σπιτιού όπου κατοικεί το διπλό αυτό πρόσωπο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θυμάμαι ό,τι αντιστέκεται, ό,τι δεν χάνεται σε άπειρες πολλαπλότητες και ό,τι συγκροτεί, με τον τρόπο του, κάποια λανθάνουσα αυτόνομη ολότητα. Αφηγήσεις που μοιάζουν με μπαλόνια που πετάνε στον αέρα, διαστημόπλοια ή νησιά. Ανάμεσα σε άλλα Η επίσκεψη από τις Αγελάδες του Ε.Χ. Γονατά και Το κλεμμένο γράμμα του Πόου.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φωνή των ηρώων που ζητά να γίνει εσωτερική φωνή του αναγνώστη. Όποια κι αν είναι αυτή η φωνή είναι εκείνη που προτιμώ. Σίγουρα με αυτή τη φωνή μιλά ο Κ και όλοι οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές του Κάφκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ήρωές μου είναι παραλλαγές του εαυτού μου. Αυτό σημαίνει ότι με ακολουθούν πάντοτε αλλά σημαίνει επίσης ότι δεν με ακολουθούν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Η ερώτηση θυμίζει: σας αρέσει να πίνετε νερό όταν είναι νύχτα στο ύπαιθρο; ή: σας αρέσει να κάνετε σεξ στην εξοχή; συνήθως όμως εκείνο που έχει σημασία είναι το νερό ή ο άλλος που είμαστε μαζί: η σκηνογραφία φτιάχνεται από την επιθυμία. Ενίοτε δεν την προσέχουμε. Μιλάμε για τη σκηνογραφία φτιάχνοντας έναν κανόνα που προέκυψε εκ των υστέρων από τη συνήθεια. Η σκηνογραφία με απασχολεί σοβαρά για αυτήν κι ωστόσο είναι συχνά τόσο ασήμαντη μέσα στην πράξη. Έχει κάτι ενδιαφέρον αυτό το ασήμαντο στοιχείο της συνήθειας. Αλλά για μένα ας μην πω για τις συνήθειές μου στην γραφή. Το έκανα άλλοτε και μετάνιωσα ήδη. Αναρωτιόμαστε γιατί να απασχολούμε τους άλλους με μια τέτοια δική μας έκπτωση στη συνήθεια; Τι τάχα θα αλλάξει στην εικόνα που έχουν για μένα αν γράφω όρθιος ή καθιστός, αν κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή αν δουλεύω στο σκοτάδι; Και μήπως χρειάζεται να έχουν ακριβή εικόνα για μένα; Όχι, καθόλου. Ας διαβάσουν τα κείμενα. Χαίρομαι όταν οι άνθρωποι διαβάζουν τα κείμενα. Αλλά η δική μου έκπτωση στην σκηνογραφία του δωματίου όπου γράφω είναι χωρίς ενδιαφέρον. Την ώρα που γράφω δεν είμαι ήρωας ούτε ο χώρος όπου γράφω θέλω να είναι κάπως: τότε δεν έχει σημασία να πω αυτό τον χώρο. Κι απ' την άλλη ίσως να μην έχω πραγματικές συνήθειες σχετικές με το γράψιμο. Τότε; τι ακριβώς έχει εν προκειμένω σημασία για μένα στον χώρο της γραφής; Οι λέξεις και τα φαντάσματα που φτιάχνονται από αυτές.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν έχω την υπομονή να προετοιμάζω συνθήκες για την εργασία μου.

Τι γράφετε τώρα;
Συμβαίνει να μην είναι πια "τώρα" όταν αρχίζω να γράφω. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο λόγος που γράφω.

Τι διαβάζετε;
Σχεδόν αποκλειστικά δοκίμια, όχι πολύ λογοτεχνία τελευταία: σπάνια διάβασα ποιήματα, προτιμώ την ποίηση που δεν μοιάζει με ποίηση, όσο λιγότερο ποίηση καλύτερα. Νομίζω ποίηση μια κακογραμμένη αγγελία στην εφημερίδα. Με ενδιαφέρει η πεζότητα. Για αυτό είμαι πεζογράφος. Διαβάζω τα δοκίμια σαν αποτυχημένες προσπάθειες περιγραφής καταστάσεων. Τα διαβάζω λοιπόν ως πεζογραφία. Η λογοτεχνία συνδέεται με την αστοχία κατανόησης και με κάποια περιγραφή της αστοχίας μέσα από παραδείγματα. Αυτό που φαίνεται ευχάριστο στη φιλοσοφία είναι ότι ακόμα και στις πιο σύγχρονες γραφές της παραμένει ενδιαφέρων ο τρόπος διαχείρισης ενός συγκεκριμένου είδους ελέγχου πάνω στο εκάστοτε ζήτημα. Προφανώς ο έλεγχος είναι εξ αρχής και εξ υποθέσεως χαμένος. Αλλά η προσπάθεια ελέγχου έχει κάτι βαθιά απελπισμένο και μοναδικό. Έχει κάποια ιδιαίτερη αισθητική φόρμα που με ικανοποιεί. Μια θεωρία της φυσικής μπορεί να έχει έτσι περισσότερη συγκίνηση από ένα ποίημα. Η θεωρία αυτή μπορεί να είναι ήδη ένα αισθητικό γεγονός. Δεν είναι το ακριβές περιεχόμενο που προσέχω τότε αλλά την φόρμα. Κάθε θεωρία έχει άλλη φόρμα. Η κβαντομηχανική προτείνει άλλη φόρμα από την νανοφυσική. Κάπου εστιάζει το ενδιαφέρον της κάθε θεωρία. Ένα από τα καλύτερα διηγήματα που μπορούμε να διαβάσουμε είναι η πρώτη διατύπωση του μοντέλου της γάτας του Σρέντιγκερ. Πόσα τέτοια υπάρχουν στην ιστορία της φυσικής; Μου αρέσει να διαβάζω την επιστημολογία ως ειδική θεωρία της λογοτεχνίας. Το setting εκεί αφορά μια γάτα κλεισμένη σε ένα μαύρο κουτί, όπου εγώ πυροβολώ χωρίς να ξέρω τι συνέβη και χωρίς να μπορώ να ξέρω. Συχνά διαβάζω επίσης κείμενα φτιαγμένα για να πεταχθούν: συνταγές τυπωμένες σε συσκευασίες, κακογραμμένες ελληνικές οδηγίες από φωτογραφικές μηχανές και κομμάτια εφημερίδων από εκείνα που θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας. Αναρωτήθηκα συχνά γιατί με έλκει ξαφνικά η ευτέλεια. Ίσως κρύβεται εκεί κάποια δική μου βαθιά σεμνότητα (μάλλον όχι) ίσως επίσης κάποια αισθητική παραξενιά.

Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Διπλωματικής Ιστορίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Δεν είναι δυο διαφορετικές ενασχολήσεις για μένα. Είναι δύο τρόποι να χειρίζομαι τον ίδιο αφηγηματικό χώρο. Πάντα χρειάζομαι μια σκηνή για να εγκαταστήσω ανθρώπους που κινούνται πάνω της. Τελικά ίσως είμαι απλώς ένας ιδιαίτερος θεατρικός συγγραφέας - σκηνοθέτης χωρίς πραγματικό θέατρο. Καταλαβαίνω πάντως την αρχιτεκτονική ως υπερβολή της σκηνοθεσίας. Η αρχιτεκτονική είναι η μανία για την σκηνή. Η αρχιτεκτονική θεωρεί ότι η σκηνή μπορεί να προδιαγράψει τα δρώμενα. Ας το πω αλλιώς: Ότι η σκηνή είναι ήδη ο χώρος κάποιας προδιαγραφής της δράσης. Είναι κωμικό αλλά αυτό κάνουν οι αρχιτέκτονες: τις σκηνογραφίες που θα προσδιορίσουν εκ των προτέρων ό,τι θα συμβαίνει καθημερινά. Η αρχιτεκτονική φτιάχνει έναν φούρνο για να ψήνει ψωμί, ένα παντοπωλείο για να παρατάσσει αντικείμενα προς πώληση, ένα σπίτι για να κοιμούνται μέσα οι άνθρωποι και για να μαζεύονται γύρω από τραπέζια ή σε πολυθρόνες. Εγώ έχω την διαστροφή να σκέφτομαι συνέχεια: τι γίνεται στον φούρνο που δεν ψήνει απλώς ψωμί; Τί θα συμβεί στο παντοπωλείο ανάμεσα στα ράφια; Νομίζω η αφήγηση προκύπτει ως διαταραχή της σκηνογραφίας. Κι από την άλλη πλευρά: τι θα γινόταν αν η σκηνή ήταν ήδη εξ αρχής διαταραγμένη; Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ερώτηση. Αν, δηλαδή, αντί να προτείνουμε φούρνο για ψωμί, προτείναμε ένα κτίσμα με μια σήραγγα που θα περνούσε κάτω από ολόκληρη την πόλη; Μπορώ να κτίζω τότε ό,τι φαντάζομαι και να προετοιμάζω τυπολογίες δράσης ξεκινώντας από την κατασκευή της σκηνής.

Έπειτα παράγω εκεί μια δράση. Φτιάχνω το φόντο και την μορφή, τη σκηνή και τη δράση. Συνήθως φτιάχνω τη σκηνή ως αρχιτέκτων και αυτή η σκηνή βέβαια είναι ισoδύναμη με τη δράση. Θα ήθελα να ήταν αυτά που φτιάχνω στα αφηγήματά μου υπαρκτές εγκαταστάσεις: να έκτιζα τους Τέσσερεις Κήπους, την βιβλιοθήκη του Φλογοκρύπτη και τον υπόγειο μηχανισμό του Xειριστή. Θα ήταν εκεί σαν αποδείξεις ότι όλα όσα σκέφτηκα δεν ήταν απλώς διανοητικές κατασκευές. Νομίζω αν το είχα κάνει θα ήμουν ένας πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας. Τα κτίσματα αυτά δυστυχώς δεν θα κτιστούν. Η αρχιτεκτονική που κάνω δεν δίνει απάντηση σε προβλήματα που μου τίθενται από αλλού αλλά σκηνοθετεί καταστάσεις που επιλέγω να διαμορφώσω εγώ. Κατασκευάζω εγώ προβλήματα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αυτή η αρχή περιγράφει και την εργασία μου στη λογοτεχνία. Εφευρετικότητα σε κατασκευές προβλημάτων. Θέλω να επιλέγω τον τρόπο της επερώτησης και να επερωτώ το κάθε τι όσο πιο ριζικά γίνεται. Αλλιώς όλα γίνονται πληκτικά. Ναι, ο φούρνος βγάζει ψωμί αλλά μέσα σε μια φρατζόλα μπορεί να βρεθεί μια μύτη και να έχουμε ένα διήγημα του Γκόγκολ. Ο φούρνος το ψωμί και η μύτη είναι μαζί η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: http://antonas.blogspot.com/

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 12. Λένα Διβάνη


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Ο Τζ. Ντ. Σάλιτζερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ίαν Μακ Γιούαν, ο Φίλιπ Ροθ, ο Φιτζέραλντ, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Μαγιακόφσκι, η Σύλβια Πλαθ και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ (αφήνω με πόνο ψυχής άλλους 40 τουλάχιστον απέξω. Αναφέρω μόνο αυτούς που θεωρώ πνευματικούς γονείς μου).
Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ο Φύλακας στη Σίκαλη και Ο Ηλίθιος είναι μόνιμα στην κορφή της λίστας που θα μου επιτρέψετε να μην αρχίσω γιατί δύσκολα θα την τελειώσω μετά.


Αγαπημένα σας διηγήματα.
Της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ μακράν των υπολοίπων. Από την άλλη μεριά μ’ αρέσουν και οι αμερικανοί μινιμαλιστές.


Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Διαβάζω πάντα τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Χρήστου Χωμενίδη, του Αύγουστου Κορτώ, του Χρήστου Χρυσόπουλου, της Σοφίας Νικολαΐδου και άλλων πολλών. Πιστεύω ότι έχουμε γερή ομάδα σήμερα. Η γλώσσα μας απλώς είναι ανίσχυρη γι’ αυτό και έχουμε μείνει απέξω σε διεθνές επίπεδο.


Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Χόλντεν Κόλφηλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη. Αυτόν θα ’θελα να πάρω τηλέφωνο κάνα βραδάκι που νιώθω ζορισμένη…


Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μιλάω πολύ συχνά με τον Άρη από τον ΕΝΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ- μη ξεχνάτε ότι κάπως έτσι θα ’θελα να ’ταν ο αδερφός που δεν έχω.


Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Α ναι. Έχω γράψει σε σπίτια στο Λονδίνο, σε βιβλιοθήκες στη Βοστώνη, σε εξοχικά της Σκοπέλου και του Πηλίου και όπου αλλού βάλει ο νους σας. Προτιμώ όμως την ησυχία και την συγκέντρωση μοναστηριακού τύπου που μου εξασφαλίζει το σπιτάκι μου!


Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Παντού και από παντού έρχονται οι ιδέες μου- σαν πολύχρωμη βροχή. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν θα μου φτάσουν τα χρόνια για να τις γράψω όλες -όσα χρόνια κι αν ζήσω…


Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Η μουσική παίζει μέσα στο κεφάλι μου. Οπότε απέξω επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή.


Αγαπημένο/αφιερωμένο/«καλύτερο» βιβλίο σας
Το πιο αγαπημένο μου είναι ο Ενικός αριθμός. Το πιο αφιερωμένο η Νάντια. Το καλύτερο ως σύνθεση τα ΨΕΜΑΤΑ.


Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Α, προς το παρόν δεν ανοίγει… Κρύβεται ακόμα κι από μένα μερικές μέρες το άτιμο!


Τι γράφετε τώρα;
Τώρα γράφω ένα μυθιστόρημα που λέγεται Ένα Πεινασμένο Στόμα. Έχει τόσο ενδιαφέρον για μένα αυτό το στόμα που κοντεύει να με καταπιεί!
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Σελίν και πάλι Σελίν. Μου χρειάζεται η πικρότατη γεύση που αφήνει γι’ αυτό που γράφω.

Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Διπλωματικής Ιστορίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τίποτα δεν πάει χαμένο ευτυχώς! Η μεθοδικότητα που απαιτεί η επιστήμη με προίκισε με αίσθηση της δομής. Η λογοτεχνία από την άλλη έκανε πιο ευανάγνωστα τα ιστορικά μου δοκίμια. Άσε που η μονομέρεια ποτέ δεν ήταν του γούστου μου. Από παιδί έχω αποφασίσει να αφήσω όλα τα ρόδα του εαυτού μου να ανθίσουν!

Δημοσίευση και στο mic.gr.



Στο αίθριο του Πανδοχείου, 11. Ελένη Γκίκα


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία... δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ' όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του...

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το... “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”...

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον... Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ' αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ' αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα... τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον.... κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ' στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι' αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο... ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τρελαίνομαι για τη... σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ' αρέσει ν' ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους... χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η... τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το... φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά...Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου.

Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ' αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης.

Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ' τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η... Λου. Κι ας με.... προδώσουν όσοι αγαπώ!

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα... άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το... μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς...

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και... δουλειά, δηλαδή πως να το πω... θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν... ίσως γι' αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε... αναγνωστήριο.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;

Ξανάγινα... παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ' αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο... ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. 'Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεϊκό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό! Σας ευχαριστώ.

Εμείς.





Δημοσίευση και σε: mic.gr

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 8. Γιώργος Ρωμανός


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς
.

Δεν μπορώ να μιλήσω για λογοτεχνία χωρίς αναφορά στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο. Ακόμα και στο τελευταίο τεύχος ,23, της Πανδώρας δημοσίευσα, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα, τους 100 πρώτους στίχους της Ιλιάδος. Κι αν ο Όμηρος είναι ο πατέρας του μυθιστορήματος, μέσω της ποιητικής, της ποίησης και της προσωδίας του πεζού λόγου, ο Ηρόδοτος και οι ιστορίες του, πιστεύω ότι είναι ο πατέρας του διηγήματος. Κι αυτό που θεωρώ αξεπέραστο, σ’ αυτές τις ιστορίες, είναι η δύναμη της αφήγησης όσο και η αφηγηματική συμπύκνωση στο ουσιαστικό, που έτσι γίνεται συγκλονιστικό.
Από κει και πέρα, τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω μεγάλης αγάπης αλλά και ουσιαστικό καθήκον διαρκούς μελέτης ξαναδιάβασα: Θερβάντες, Μέλβιλ, Τζόυς, Γουλφ, Προυστ, Μαν, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, και, λόγω του ότι δεν ξεχνώ ποτέ το διήγημα από το οποίο προέρχομαι, ξανά, Τσέχωφ και Παπαδιαμάντη. Η ενασχόλησή μου, με όλους, ξεφεύγει από τα όρια της απλής αναγνωστικής απόλαυσης. Τους θεωρώ εργαλεία σκέψης, τέχνης και τεχνικής, σε μια διαδικασία διαρκούς ωρίμανσης και δικής μου μετάπλασης.

Από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Μπαρίκο ενώ παρακολουθώ επί χρόνια τους συγγραφείς που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τα βραβεία Μπούκερ, (Γιαν ΜακΓιούαν κ.α.) έστω κι αν μερικές φορές έχω έντονες διαφωνίες με θέματα της τεχνικής τους.
Ειδικότερα, από τους Έλληνες, ολοκλήρωσα πρόσφατα ένα μέρος συστηματικής μου μελέτης στον Παπαδιαμάντη, με την μορφή εκτεταμένου δοκιμίου με άγνωστες μέχρι τώρα παραμέτρους και στοιχεία, το οποίο θα δημοσιεύσω σύντομα.

Φυσικά, στον άξονα αγάπης–αντιπάθειας προσπαθώ πολύ να βρω και σύγχρονους νεοέλληνες. Αλλά αυτό που μου μένει είναι μόνο κάποιοι παράγραφοι από μερικά βιβλία τους. Όχι ολόκληρα τα βιβλία. Ωστόσο, για λόγους ενημέρωσης διαβάζω επώδυνα, ο,τιδήποτε πρόσφατο νεοελληνικό υποθέτω πως έχει ενδιαφέρον, έστω και για να μαθαίνω τι φερετζέ φοράει κάθε φορά η εμπορικότητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Θα ’θελα να προσεγγίσω τον πυρήνα της ερώτησή σας, την ουσία της δηλαδή, και να απαντήσω στο πώς διαβάζω και παράλληλα να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Δεν διαβάζω, όπως λένε, για την αναγνωστική απόλαυση και μόνο. Αλλά διαβάζω πολύ, πολλά και συνεχώς με έναν συστηματικό τρόπο. Έτσι, κατ’ οικονομία θα αναφερθώ μόνο σε κάποια δείγματα ανάγνωσής μου, γιατί για μένα το διάβασμα είναι μια λειτουργία εξόχως συνθετική. Δηλαδή, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να θυμηθώ ξανά το πώς ο Χεμινγουέι στήνει την πλοκή σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτιακές σχέσεις και γι’ αυτό να ξαναδιαβάσω το, Ο γέρος και η θάλασσα, και, π.χ., να θέλω να το συγκρίνω με τα όσα, αντιστοίχως από πλευράς τεχνικής, συμβαίνουν στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Και μιλώ επίτηδες για δύο πολύ μεγάλα best sellers, παγκοσμίως, γιατί παράγουν αναγνωστικά συμπεράσματα προς πολλές κατευθύνσεις.
Γενικά, βρίσκομαι στο απόλυτα αντίθετο άκρο με το σύνολο των σημερινών κριτικών και αναγνωστών που διαβάζουν σε ένα βιβλίο μόνο την κοινωνική διάσταση της υπόθεσής του και αγνοούν (από άγνοια ή και ανικανότητα) όλα τα άλλα, που αποτελούν αναγνωστικά και λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στην εποχή μας και στη μονοδιάστατη αγοραία λογοτεχνία των νεαντερταλικής ικανότητας αφηγητών, πού ακούστηκε να ισχύουν στην πεζογραφία κριτήρια λογοτεχνικότητας, ποιητικής, ποίησης, γλώσσας και ήχων μέσα, το τονίζω αυτό, στον πεζό λόγο ενός μυθιστορήματος. Το να θέτει κανείς τέτοια κριτήρια ανάγνωσης σήμερα είναι σα να μιλάει για πράγματα που ανήκουν σε άλλο γαλαξία.

Κατά τα άλλα, θα αναφέρω κάποια δείγματα, όπως είπα και μόνο, βιβλίων που με απασχολούν διαχρονικά: Μόμπυ Ντικ, του Μέλβιλ, Οδυσσέας, Δουβλινέζοι του Τζόυς, το Στο Φάρο, της Β. Γουλφ, το Έρωτας στη Βενετία, του Μαν, το Φως τον Αύγουστο, του Φόκνερ, το Η γραμμή της σκιάς, του Κόνραντ, η …μικρή Ερέντιρα, του Μαρκές, το Υδατογράφημα, του Μπρόντσκι, η Ταυτότητα, του Κούντερα, το Νησί της προηγούμενης ημέρας, του Έκο, και, το σχετικά πρόσφατο, του Μπαρίκο, Χωρίς Αίμα. Γι’ αυτό το τελευταίο, παρόλο που δεν έχει την ποίηση που υπάρχει στο Μετάξι, η κριτική θα χρειαστεί χρόνια ακόμα για να καταλάβει την μεγάλη σημασία των δύο μερών αυτού του έργου που, από πλευράς τεχνικής, κάνει ματ… με δύο κινήσεις. Δύο, όπως τα κεφάλαιά του. Γιατί κάποιες φόρμες καθίστανται αυτόματα κλασικές, άλλο αν παίρνει χρόνια για να το καταλάβουν αυτό κάποιοι.

Από τους Έλληνες, για μένα έχει διαχρονικό χαρακτήρα ο Παπαδιαμάντης, κι έτσι επανέρχομαι με όλο και πιο απαιτητικούς αναγνωστικούς κύκλους, αλλά και γραπτή μελέτη, στη Φόνισσα και σε διηγήματα όπως στο Έρωτας στα χιόνια, Έρωτας στο κύμα και πολλά άλλα. Τα κριτήριά μου συγκροτούνται πάντοτε πάνω στην ενδιάθετη, πηγαία και τελικά αξεπέραστη μαστοριά του Σκιαθίτη συγγραφέα. Για τους ίδιους λόγους ξεχωρίζω τον Αιχμάλωτο, του Στρατή Δούκα, τους Κεκαρμένους, του Ν. Κάσδαγλη, το Φύλλο το Πηγάδι και τ’ Αγγέλιασμα, του Βασιλικού, τις Αγελάδες, και το Βάραθρο, του Ε. Χ. Γονατά, κ.α.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πάμπολλα του Τσέχωφ, θεωρώ αντιπροσωπευτική τη συλλογή του, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, από τις εκδόσεις της Εστίας, και όπως ήδη προανέφερα τα του Παπαδιαμάντη και του Ε. Χ. Γονατά.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα πρόσωπα, οι «ήρωές» μου όπως λέτε, ζωντανεύουν…, αλλά πώς; Κάποια υπαρκτά πρόσωπα της ζωής, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στους «ήρωες», των βιβλίων μου και μ’ αυτή την έννοια με ακολουθούν… για να με πείσουν πως ήμουν είτε πολύ αυστηρός μαζί τους είτε άδικος. Παράλληλα βέβαια, οι τροποποιημένοι ως προς την πραγματικότητα χαρακτήρες που επινοώ με ακολουθούν, όσο καιρό γράφω μια μυθοπλασία, αλλά και χρόνια μετά, γιατί συνηθίζω να εξελίσσω ή να αλλάζω ακόμη και τελείως τους χαρακτήρες μου από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι ένας απόλυτα υπαρκτός κόσμος μου που ζω μέσα του και ακολουθώ εγώ τους χαρακτήρες που επινοώ.

Δυστυχώς, πολλοί αναγνώστες έχουν την τάση να νομίζουν πως τα πάντα στη λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφικά, κάτι σαν ρεπορτάζ ή μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία. Και μάλιστα στην Ελλάδα όπου, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ιδιαίτερη βαλκανική μικρόνοια του να γράφουν κάποιοι συνεχώς για το χωριό, τους χωριανούς τους, τους φίλους, τη γειτονιά τους. Το διαβόητο θέμα δηλαδή της ιθαγένειας και της εντοπιότητας. Νομίζουν πως έτσι «ξαναγράφουν» την Ιστορία του τόπου από τη δική τους καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ενώ αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν εαυτόν δικαιωμένο, με κάθε τρόπο, και να υπηρετήσουν τις κοινωνικές και κομματικές δομές που ανήκουν. Τι σχέση έχουν αυτά τα εφημεριδικά ιδιοτελή με τη λογοτεχνικότητα και τη λογοτεχνία;
Διαφωνώ, λοιπόν, επειδή είμαι αυτός που έθεσα σε δοκίμιό μου για πρώτη φορά την έννοια του «Ετεροβιώματος» ως συστηματική αξία συγγραφής, θέσης και τεχνικής και όχι ως εντελώς περιορισμένης χρήσης θεωρητικό όρο. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλάβουν πως ο συγγραφέας κινείται σε ένα χώρο λογοτεχνικής ανανοηματοδότησης (πρώτη μέγιστη αξία) της πραγματικότητας και για να είναι πειστικός (δεύτερη μέγιστη αξία) οφείλει να είναι άτεγκτος με τα της ζωής, που όσο πιο ακραία και ποιητικά τα εμπλουτίζει τόσο καλύτερα για το βιβλίο που γράφει. Ο χαρακτήρας της ζωής, το πραγματικό πρόσωπο, που τροφοδοτεί ως ένα σημείο και μόνο έναν χαρακτήρα μιας μυθοπλασίας, πρέπει να ξέρει πως κάποια στιγμή ο συγγραφέας δεν θα του χαριστεί. Κι αν χρειαστεί, μεταφορικά, θα τον σφάξει στο γόνατο, γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργικότητα του κειμένου. Κι αυτή η λειτουργικότητα είναι ένας από τους πρωτεύοντες ηθικούς κανόνες σε ένα βιβλίο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ανήκω σε αυτούς που διαλέγονται με τα πρόσωπα της μυθοπλασίας τους κυριολεκτικά παντού. Γράφω με όλα τα μέσα, πολύ με μολύβι και πέννα μελάνης, ενώ δουλεύω στα κομπιούτερς, με όλα τα προγράμματα γραφής και σελιδοποίησης λόγω Πανδώρας, και φυσικά γράφω μυθοπλασία απευθείας στην οθόνη. Έχω σημειωματάρια δίπλα στο μαξιλάρι μου και σε διάφορα σημεία του σπιτιού και του εργαστηρίου μου. Ακόμη, μπορεί να με δείτε να γράφω όρθιος σε πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, στα χαρτάκια που κουβαλώ γι’ αυτό το σκοπό πάντοτε μαζί μου. Ξέρω πια να ξεχωρίζω πότε μια ιδέα είναι δυνατή και χρειάζεται άμεση καταγραφή. Νύχτα μέρα κουβαλάω στο μυαλό μου την εκάστοτε ιστορία που γράφω. Μια καλή σκηνή μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε. Έτσι, έχω γράψει και γράφω παντού, οποιαδήποτε ώρα και δεν ξεχωρίζω τόπους διαμονής, αν είμαι σε διακοπές ή στο εργαστήριό μου, αν ταξιδεύω με αεροπλάνο, αυτοκίνητο ή τρένο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πρώτα, συλλαμβάνω έναν κεντρικό πυρήνα μιας ιδέας που αποτελεί και την λογοτεχνική μου Θέση / άποψη. Πάντοτε κάτι με ενδιαφέρει κυρίαρχα. Πιστεύω πως εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να εκφράσει σε μία σύντομη παράγραφο την Θέση του, για ένα μυθιστόρημα 300 ή και 700 σελίδων, τότε έχει αποτύχει. Δεν μπορείς να έχεις πολλαπλές και αλληλοαναιρούμενες θέσεις μέσα στο ίδιο κείμενο. Δεν μπορείς να έχεις φυγή ιδεών που δεν στοχεύουν πουθενά. Είναι αφελείς οι ατάλαντοι που νόμισαν πως μεταμοντερνισμός στη γραφή χρησιμεύει για συγκάλυψη ανυπαρξίας ταλέντου και τεχνικής. Η συρραφή εξωδιηγητικών στοιχείων και η συν – παράθεσή τους με αδύναμες αφηγηματικές γέφυρες δεν παράγουν αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Αφηγητής δεν γίνεσαι, γεννιέσαι, ενώ, και χωρίς τεχνική κατάρτιση και αυτεπίγνωση πάλι δεν μπορείς να πας μακριά...

Έτσι, ξεκινώ να γράφω πάντοτε με γνώμονα μια κεντρική ιδέα που την εμπλουτίζω συνθετικά. Συνήθως αποτυπώνω μια σπονδυλωτή διάταξη γεγονότων / κεφαλαίων αλλά ξέρω ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω με αυτά. Στην πορεία, οι διορθώσεις και οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και εξαντλητικές.

Γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε μορφή και περιεχόμενο, με στόχο το πιο δυνατό κείμενο. Γράφω πεζογραφία κατ’ οικονομία, όπως θα έκανε ένας ποιητής. Και δεν εννοώ μόνο το διαβόητο πια «νόημα» μιας ιστορίας και την αφήγησή της, αλλά κυρίως τη γλώσσα και την τεχνική του κειμένου. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, απογειώνει κυρίως ένα κείμενο είναι η δουλειά στο περιεχόμενο και σε γλώσσα, ποιητική και ποίηση που προβάλλει από τον πεζό λόγο. Αυτά είναι τα σημαντικά και όλα τα άλλα έπονται, ακόμη και το θέμα. Δεν υπάρχει καλό κείμενο χωρίς καλό συντακτικό, ροή, συνηχήσεις κ.λπ. Γιατί κάθε ιστορία, έννοια, λέξη, όλα, έχουν τα όριά τους. Δεν μπορείς να τραβάς τα πράγματα σα λάστιχο για να γεμίζεις σελίδες ή, δήθεν, να καταγγέλλεις με έναν αναίσθητο γλωσσικά λόγο. Η γλώσσα αποτελείται από μικρά σύνολα μορφών, σπονδύλους φθόγγων και ήχων που, σε ενδολεκτικό επίπεδο, παίζουν συγκεκριμένο όσο και καταλυτικό ρόλο.

Το ότι κάποιοι γράφουν ή εξακολουθούν να γράφουν «ευπώλητα» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά αυτό που σήμαινε και μια μπαγιάτικη εφημερίδα, δηλαδή, μία που εκδόθηκε πριν πολλές μέρες. Καθίσταται αδιάφορη λόγω παρέλευσης του εφήμερου.
Πασχίζω, λοιπόν, για την οργανικότητα και τη λογοτεχνικότητα (δυο αξεπέραστες έννοιες) στα κείμενά μου και, όπως λένε οι κριτικές που μου έχουν γίνει, αυτές με καθόριζαν από το ξεκίνημά μου. Οι ιδέες μου πάντοτε ξεκινούν από έναν καθαρά ποιητικό χώρο και, ανάλογα με τις ανάγκες του πεζού κειμένου μου, επεκτείνονται, αναπτύσσονται.
Συμπερασματικά, για να απαντήσω ακριβώς στη διατύπωση της ερώτησή σας, αλίμονο στον πεζογράφο που δεν «παγιδεύει» ή δεν εντοπίζει τις ιδέες του στον χώρο της ποίησης που θέλει να γίνει πεζογραφία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Επί 32 χρόνια, δηλαδή από το πρώτο μου βιβλίο, το 1977, μέχρι σήμερα ο βασικός χαρακτήρας στα βιβλία μου είναι ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Κατά καιρούς έχω δείξει προτίμηση στον ερωτευμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα στις γυναίκες, αλλά και στους παραβατικούς χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες. Μια άλλη κατηγορία χαρακτήρων μου, κυρίως σε διηγήματα, είναι αυτή των παιδιών.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Θα ήθελα να αναφερθώ στο πρώτο μου βιβλίο, ο Αλέξανδρος και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977. Σ’ αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα αυτό που είπα πιο πάνω, δηλαδή, ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Η ίδια γραμμή υπάρχει και στο Μικρούτσικο δόντι, διηγήματα εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997. Στο Το μαλλί της γριάς, διηγήματα, εκδ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, 2000, το επίκεντρο είναι ο κόσμος των παιδιών ένας κόσμος τρυφερός, αλλά και σχεδόν πρωτόγονα σκληρός. Στο Κατακόκκινο …σχεδόν θηλυκό, διηγήματα, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο με επικρατούσα τη μορφή του θηλυκού, της γυναίκας. Στα Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις, διηγήματα, Μεταίχμιο 2004, αναπτύσσονται ακραίες ιστορίες παραβατικών χαρακτήρων και σκληρές καταστάσεις γύρω από το έρωτα και το θάνατο.
Το τελευταίο μου βιβλίο, Καζαμπλάνκα καφέ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2008, αποτελεί φαινομενικά μια ερωτική ιστορία που κινείται στο πεδίο της πάλης έρωτα και θανάτου, αλλά είναι φανερή η φιλοσοφική διάσταση του πράγματος που οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αδικώ όμως μου τα βιβλία μου όταν μιλώ γι’ αυτά αναφέροντας μόνο τα θέματά τους, γιατί το κυρίαρχο ζήτημα σε όλα είναι η λογοτεχνικότητα, η γλώσσα, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω πολλά και, ως παλιός Ραδιοπειρατής, έχω τη δική μου ιστορία με το θέμα. Ροκ, λοιπόν κατ’ αρχήν, αλλά και Σόουλ μιούζικ, Τζαζ, από Θελόνιους Μονκ και μετά, Τζάνγκο Ράινχαρτ, καθώς και μια τεράστια συλλογή κλασικής μουσικής. Όλα, ανάλογα με τα φεγγάρια και το μεράκι του καιρού. Και φυσικά, πότε πότε και λαϊκά από Τσιτσάνη, Χιώτη, Καζαντζίδη μέχρι Σπύρο Ζαγοραίο, και Ευσταθίου. Το συναίσθημα αυτού που γράφω με καθορίζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Απολαμβάνω την στοχευμένη και συστηματική ανάγνωση βιβλίων που με τροφοδοτούν με στοιχεία ή ερεθίσματα γι’ αυτό που γράφω κάθε φορά. Διαβάζω, λοιπόν, μεγάλο αριθμό σελίδων κάθε μέρα. Έτσι, τώρα ολοκληρώνω την ανάγνωση των δύο τελευταίων βιβλίων, από 28 μικρά και μεγάλα, που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και δύο χρόνια. Αφορούν στη Θεσσαλονίκη και τους Έλληνες Εβραίους συμπατριώτες μου, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την πόλη και αφανίστηκαν στα κρεματόρια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι γράφετε τώρα;
Το ανέφερα νομίζω ήδη, έμμεσα. Ένα μυθιστόρημα που αφορά στην πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη και τους συμπατριώτες μου, κατά την κατοχή και μεταπολεμικά. Στην πιο δύσκολη, τουλάχιστον ηθικά, περίοδο του προηγούμενου αιώνα για την πόλη. Θέλω να ελπίζω πως το γράφω με έναν τρόπο που θα βγάλει ενδιαφέροντα πράγματα στην επιφάνεια τόσο από πλευράς λογοτεχνικής τεχνικής όσο και επώδυνα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Πράγματα, που κατά τη γνώμη μου όσο τα αποκαλύπτουμε τόσο και αυξάνουν οι ελπίδες να γίνουμε καλύτεροι. Όλα αυτά όμως, δεν έχουν χαρακτήρα ιστορικής εργασίας, καταγγελτισμού ή στο να ξαναγραφεί η ιστορία. Αν και εξαντλώ κάθε στοιχείο από πλευρά ιστορικής και πραγματολογικής αξιοπιστίας. Τα πάντα, για μένα καταξιώνονται κυρίως όταν στηθούν αξιόπιστοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και καταστάσεις, και η ποίηση του πεζογραφικού κειμένου ξεπεράσει τα γεγονότα ανανοηματοδοτώντας τα. Το ψεύδος της γραφής πρώτα είναι η κακή λογοτεχνία και αμέσως μετά το ιστορικό ψεύδος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το μυθιστόρημα, Καζαμπλάνκα Καφέ, είναι το τελευταίο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε από της εκδόσεις Άγκυρα, τις τελευταίες ημέρες του 2008. Μέσα σε λίγους μήνες, που ήδη εξαντλείται η πρώτη έκδοσή του, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από δέκα εκτεταμένες κριτικές που σχεδόν όλες υπάρχουν στο διαδίκτυο, ενώ γράφονται συνεχώς κι άλλες και ετοιμάζεται σχετικό αφιέρωμα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Το βιβλίο αυτό, που έπαιξε τον ρόλο του στο να μου απονεμηθεί εφέτος, 2009, το Βραβείο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, παρουσιάστηκε σε τέσσερις εκδηλώσεις με διαφορετικούς ομιλητές σε Αθήνα, Χολαργό, Θεσσαλονίκη και σε λίγες μέρες, σε μία πέμπτη, στην Πάτρα. Στην Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε δύο φορές, και η μία έγινε στις 30.5.09, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση στην αίθουσα Γιάννη Ρίτσου.

Η κινητικότητα και η αποδοχή που συνάντησε αυτό το βιβλίο μου έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν έχω κάνει την παραμικρή παραχώρηση από πλευράς ποιότητας πεζού λόγου. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν έχει χαρακτήρα κάποιας ιστορικής εντοπιότητας αλλά κινείται σε έναν διεθνή χώρο, από την Μεσόγειο στη Νέα Ζηλανδία, μέσω Ινδίας, Σουμάτρας κ.λπ. Αυτή, η σε πρώτο επίπεδο ερωτική ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση του έρωτα και του θανάτου, είναι εμπλουτισμένη με χαρακτήρες και πρόσωπα πολλών εθνικοτήτων που με τη σειρά του δημιουργούν μια ποικιλία δραματικών καταστάσεων με απρόβλεπτο τέλος. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά πως η γλώσσα και η λογοτεχνικότητα είναι, για μένα, οι δύο ουσιαστικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου μου.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=18058