Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργαστήρι συγγραφέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργαστήρι συγγραφέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 22. Ηλίας Μαγκλίνης


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ροΐδης, Καβάφης, Μπεράτης, Φλομπέρ, Κάφκα, Τόμας Μαν, Σελίν, Κόνραντ, Καμί, Μισίμα, Γέρζι Κοζίνσκι, Φίλιπ Ροθ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Διαχρονικά: Εκκλησιαστής, Νεκρώσιμος Ακολουθία, Ιλιάδα, Οιδίπους Τύραννος, Κύρου Ανάβασις, Μακμπέθ, Χαγκακούρε, Εξομολογήσεις (Άγιος Αυγουστίνος), Φόβος και τρόμος (Κίρκεγκορ), Εγκλημα και τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Στην καρδιά του σκότους (Κόνραντ).
Σύγχρονα: «Παραδόσεις» (Ν. Πολίτη), «Παραλογαίς» (Γ. Ιωάννου), «Το κιβώτιο» (Αρης Αλεξάνδρου), «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (Μυριβήλης), «Απ’ το στόμα της παλιάς Remington» (Γιάννης Πάνου), «Βήματα» (Γέρζι Κοζίνσκι), «Αμερικανική Τριλογία» (Φίλιπ Ροθ), «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (Μίλαν Κούντερα), «Η επιλογή της Σόφι» (Ουίλιαμ Στάιρον), «Ο θάνατος του εμποράκου» (Αρθουρ Μίλερ), «Ο ήσυχος Αμερικανός» (Γκρέιαμ Γκριν), «Ο ξένος» (Αλμπέρ Καμί).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, του Χέμινγουεϊ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ισαάκ Μπάμπελ, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ρέιμοντ Κάρβερ, του Λέοναρντ Μάικλς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως. Κυρίως ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίκι Σάμπαθ από το «Θέατρο του Σάμπαθ» του Ροθ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στα σημειωματάριά μου, με το χέρι. Μετά, στον υπολογιστή και στη συνέχεια πολλαπλή επεξεργασία. Πρωινά πάντα, στο γραφείο μου. Σπάνια, κάποιες σημειώσεις με το χέρι τα βράδια ή μέσα στη νύχτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ποτέ μουσική όταν γράφω ή διαβάζω, στα ενδιάμεσα μόνον. Προτιμήσεις: κλασική, τζαζ, electronica.

Πώς βιοπορίζεστε;
Γράφω σε εφημερίδα και περιοδικά. Ενίοτε μεταφράζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Λυπάμαι αλλά όχι. Τα έχω αφήσει πίσω μου. Το καλύτερο βιβλίο είναι πάντα το επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«The Things They Carried» (Τim O’ Brien), «Για τον Μότσαρτ. Τα άμεσα ερωτικά στάδια ή το μουσικό ερωτικό» (Κίρκεγκορ), «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια» (Νίτσε).

Τι γράφετε τώρα;
Μία νουβέλα και διηγήματα. Συγκεντρώνω υλικό και κρατάω σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα εδώ και μια δεκαετία. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με εν εξελίξει έργα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Από το 2005 που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο δεν ασχολούμαι με την κριτική. Ασχολούμαι όμως με βιβλιοπαρουσιάσεις και συνεντεύξεις με συγγραφείς, ακολουθώντας το προσωπικό μου γούστο. Ναι, μου κλέβει πολύ χρόνο αλλά μου δίνει και ερεθίσματα.

Συζήτηση για την Ανάκριση (εκδ. Κέδρος, 2008) βλ. εδώ.

Δημοσίευση και στο: http://www.mic.gr/


Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Στο αίθριο του πανδοχείου, 18. Εύα Στάμου


Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Οι Γάλλοι και οι Ρώσοι του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ κι ο Ντοστογιέβσκι. Η Τζέην Ώστιν, ο Φώκνερ, ο Κόνραντ, ο Κάρβερ, η Ντόρις Λέσσινγκ. Πολλοί θεατρικοί συγγραφείς, θα αναφέρω ενδεικτικά τον Τσέχωφ, τον Ίμπσεν, τον Πίντερ, τον Άλμπυ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, Οι αδελφοί Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, Η καρδιά του σκοταδιού του Κόνραντ, το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ, Η η Προδοσία του Πίντερ, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Η Μάσκα του Δημήτριου του Άμπλερ, Τα βασικά προβλήματα της φαινομενολογίας του Χάιντεγκερ, η Θεωρία των συναισθημάτων του Σαρτρ, οι Τεχνολογίες του εαυτού του Φουκώ, είναι μόνο μερικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
«Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φώκνερ, «Ο θάνατος του Ίβαν Ίλιτς» του Τολστόι, πολλά του Φέιμπερ, του Τόινμπυ, και τα περισσότερα του Ρέυμοντ Κάρβερ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ηρωίδα της Τζέην Ώστιν στο Περηφάνεια και Προκατάληψη, μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της που με την οξύνοια και την βούλησή της καταφέρνει να καταρρίψει πολλά από τα κοινωνικά κατασκευασμένα γνωρίσματα του φύλου της, να υπερβεί την κοινωνική της τάξη και να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;
Η Ζατέλη της Περσινής αρραβωνιαστικιάς και του Και με το φως του λύκου επανέρχονται, το έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου, σχεδόν όλα τα κείμενα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Θόδωρου Γρηγοριάδη, και αρκετά βιβλία του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μου αρέσει να γράφω σε πολυσύχναστα καφέ πίσω από κάποιο παράθυρο κοιτώντας τους περαστικούς και στήνοντας αυτί στις συζητήσεις όσων κάθονται στα διπλανά τραπέζια. Έχω ανάγκη από πολλά ερεθίσματα, την αδιάκοπη κίνηση της πόλης, λειτουργώ καλύτερα έτσι παρά απομονωμένη στο γραφείο μου - είτε γράφω κάτι απλό για το ιστολόγιό μου, είτε δουλεύω πάνω σε ένα επιστημονικό ή λογοτεχνικό κείμενο, το σκηνικό της πόλης λειτουργεί ως ηχητικό και οπτικό υπόβαθρο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Συνήθως ξεκινώ από τα δικά μου συναισθήματα και τις προσωπικές μου εμπειρίες, που στην συνέχεια μπλέκονται με σκηνές από την καθημερινότητα, τις επαγγελματικές μου επαφές, τις ζωές φίλων, γνωστών, τα νέα των εφημερίδων. Η φαντασία μου φιλτράρει κι επεξεργάζεται αυτό το υλικό μ’ έναν τρόπο που τελικά η αρχική ιδέα καλύπτεται ολοκληρωτικά σχεδόν από την επινόηση.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω δεν ακούω μουσική - κι όταν ακούω αγαπημένη μουσική (Ξυδάκης, Μπαχ, Στραβίνσκυ, Γουίντον Μαρσάλις) δεν γράφω.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.
Το πρώτο μου βιβλίο, τους «Ελιγμούς», ξεκίνησα να το γράφω προσπαθώντας να διαπιστώσω αν έχω την ικανότητα να κατασκευάσω ένα μυθιστόρημα - ήταν μια δοκιμή, ένα προσωπικό πείραμα. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του η εμμονή που έχω να κρατώ ημερολόγιο υποχώρησε σταδιακά και αντικαταστάθηκε από την επιθυμία να συνεχίσω να γράφω πεζογραφία.

Το «Ντεκαφεϊνέ» πήγασε από τη λαχτάρα μου να μιλήσω για τις εμπειρίες νέων ανθρώπων που, όπως εγώ, ζούσαν μακριά από την πατρίδα τους από επιλογή, σε αναζήτηση της ταυτότητάς τους, κι όχι επειδή εξαναγκάστηκαν λόγω οικονομικών συνθηκών όπως συνέβαινε σε Έλληνες προηγούμενων γενεών. Παρόλο που το Ντεκαφεϊνέ δεν είναι η δική μου ιστορία τα συναισθήματα και οι διαθέσεις που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του μου είναι οικεία: το αίσθημα της μοναξιά, το άγχος της διαφορετικότητας, το μοίρασμα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, η άχρωμη, επίπεδη καθημερινότητα της κεντρικής Ευρώπης, είναι καταστάσεις που γνωρίζω καλά. [σ.σ. αμφότερα από τις εκδ. Οδός Πανός]

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» [σ.σ.: εκδ. Μελάνι, μόλις κυκλοφόρησε, 145 σελ.] αποτελείται από 8 διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Οι περισσότερες ιστορίες είναι δοσμένες σε πρώτο πρόσωπο και σχεδόν όλες περιγράφουν χαρακτήρες που βρίσκονται σε κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ή σημαντική στιγμή της ζωής τους. Το ανθρώπινο σώμα και η θέση του στον κόσμο σήμερα, ο τρόπος που το γυναικείο και το ανδρικό σώμα επικοινωνούν, η εγγενής σωματοποίηση της εμπειρίας, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, η ντροπή, ο πόνος κι η ηδονή, ο φόβος της φθοράς και του θανάτου που πηγάζουν από την σάρκα και επιστρέφουν σε αυτήν, είναι ο κοινός άξονας που συνδέει τα αφηγήματα.

Με τόσες ενδιαφέρουσες ψυχογραφημένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στις σελίδες, γιατί επιλέξατε την φόρμα του διηγήματος;
Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε κάτι διαφορετικό. Δεν αισθανόμουν την επιθυμία να παρουσιάσω χαρακτήρες σε εξέλιξη, αλλά ήρωες σε κάποια σημαντική ή ασυνήθιστη στιγμή της ζωής τους, εμβαθύνοντας περισσότερο σε συναισθήματα και διαθέσεις και όχι στην ανάπτυξη κάποιου λογοτεχνικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η φόρμα του διηγήματος σωστά χρησιμοποιημένη δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προκαλέσει εντονότερες σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη από ότι ένα μυθιστόρημα που κινητοποιεί άλλου είδους αναγνωστικές διαδικασίες.

Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα των διηγημάτων είναι η αδυναμία των ανθρώπων να συμβιβαστούν με το σώμα τους - οι σχετικές περιγραφές είναι διεισδυτικότατες.
Υποτίθεται ότι στην εποχή μας το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου χώρου. Στην ουσία όμως μένουμε στην επιφάνεια, για παράδειγμα στη διατήρηση της νεότητας με κάθε μέσο και μιλάμε ελάχιστα για το πως ο καθένας μας βιώνει πραγματικά την αλλαγή, τη φθορά και την επαφή με το σώμα του άλλου. Η έμφαση στην εικόνα του σώματος πολλές φορές συγκαλύπτει την σωματική εμπειρία κι αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο μπορεί να βοηθά, λόγου χάρη, τη βιομηχανία της διαφήμισης αλλά υπονομεύει την ταυτότητα του ανθρώπινου σώματος και τη διυποκειμενική εμπειρία.

Ακόμα, πολλοί παγιδεύονται στην εικόνα και την προσδοκία που έχουν οι άλλοι από αυτούς, όσο στενά και να σχετίζονται μαζί τους. Τελικά είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε, είμαστε αυτό που θέλουμε να δείχνουμε;
Εκτός από βιολογικές οντότητες τα σώματα είναι ιστορικές και κοινωνικές κατασκευές και γι αυτό οι σωματοποιημένες εμπειρίες μας πρέπει να εξετάζονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη η λογοτεχνία ως τέχνη έκφρασης της αληθινής εμπειρίας μπορεί να αποδώσει όψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας με αποκαλυπτικό τρόπο. Είμαστε όλα αυτά που αναφέρεις στο μέτρο που δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις εικόνες που έχουμε ήδη ενσωματώσει, από την επιθυμία μας να ευχαριστήσουμε τους άλλους, και από τα πρότυπα που ενστερνιζόμαστε.

Σε ορισμένα κομμάτια, όπως τα «Τιμώρησέ με» και «Μεσημβρινές συνευρέσεις» οι ηρωίδες γίνονται ερωτικά και σεξουαλικά αποδεκτές μόνο αν «υποδυθούν» τους ρόλους που τους ανατίθενται. Ο έρωτας δηλαδή φαίνεται να αφορά περσόνες κι όχι πρόσωπα. Γνωρίζετε πολλές τέτοιες περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθεί η ερώτησή σας. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η γυναίκα αποκτά τα ‘γυναικεία’ της γνωρίσματα μιμούμενη κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, π.χ., η ‘μοιραία’ γυναίκα, η ‘Λολίτα’, τους οποίους αναπαράγει σε κάθε νέα ερωτική σχέση. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, όταν προσεγγίζουμε την ερωτική επαφή σαν μια πράξη με συμβολικό νόημα με σκοπό να αποκαταστήσουμε ελλιπή κομμάτια του εαυτού μας, (την σχέση με τον πατέρα ή τη μητέρα που πέθανε όταν ήμασταν παιδιά, για παράδειγμα), ή όταν βλέπουμε την επαφή σαν ένα παιχνίδι επιβολής και εξουσίας, καταλήγουμε να υιοθετούμε περσόνες που μας απομακρύνουν από την αυθεντικότητα και την ευχαρίστηση που προσφέρει η ερωτική πράξη όταν πηγάζει από ειλικρινή επιθυμία για τον άλλο. Και ναι, γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που λειτουργούν ερωτικά μέσα από έναν ρόλο είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, ή που το έχουν κάνει σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

Το περιβάλλον των χαρακτήρων είναι μια πανάσχημη μεγαλούπολη, τα άθλια ξενοδοχεία, ένα βρώμικο και καταθλιπτικό περιβάλλον. Σε άλλο περιβάλλον θα είχαν καλύτερη τύχη;
Οι ήρωές μου κινούνται σε σταθμούς τρένων, καφέ, φτηνά ξενοδοχεία, οίκους ανοχής, μέρη που συμβολίζουν την ρευστότητα της επαφής, την προσωρινότητα της ύπαρξης. Άνδρες και γυναίκες μόνοι, ευάλωτοι, γεμάτοι αδυναμίες, πάθος και φόβο για τη ζωή στον ίδιο βαθμό. Πρόσωπα κρυμμένα πίσω από περσόνες κι εμμονές σε μια μόνιμη αναζήτηση που νοηματοδοτεί την ύπαρξή τους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρόσφατα μεταφρασμένο «Σώματα με σημασία» της φεμινίστριας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ και το «The feeling of what happens» του νευροψυχολόγου Αντόνιο Νταμάσιο.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω κάτι που δεν γνωρίζω αυτή την στιγμή ποια θα είναι η τελική του μορφή, αν θα εξελιχθεί σε μυθιστόρημα ή νουβέλα, καθώς βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την επιστήμη της Ψυχολογίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Σας διεύρυνε τον κόσμο υποψήφιων λογοτεχνικών χαρακτήρων;
Η ψυχολογία είναι η βασική μου εργασία και η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία αντλεί εν μέρει από την εργασία μου, δίχως να συγχέεται με αυτήν. Σε καμία περίπτωση λογοτεχνία και ψυχολογία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, γιατί -παρά τα φαινόμενα- είναι δύο πολύ διαφορετικές πνευματικές διεργασίες. Οπωσδήποτε οι επιστημονικές γνώσεις κι η εμπειρία μου με βοηθούν και να προσεγγίζω μεγαλύτερη γκάμα λογοτεχνικών χαρακτήρων και να εμβαθύνω σε αυτούς. Κανόνας μου είναι να μην θεωρητικολογώ με άλλοθι την ψυχολογία, να μην γενικεύω και να μην υπεραπλουστεύω όταν περιγράφω συμπεριφορές και γνωρίσματα των ηρώων μου. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο και για την επιστήμη της ψυχολογίας και για τη λογοτεχνία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν [http://evastamou.blogspot.com/]
Οι εμπειρίες φυσικά ποικίλουν, με τις θετικές να υπερτερούν σημαντικά. Η επικοινωνία κάθε μορφής αποτελεί μέρος της δουλειάς μου -με ενδιαφέρει τόσο η ανταπόκριση των άλλων στα δικά μου κείμενα, όσο και οι δικές μου αντιδράσεις σε αναρτήσεις που διαβάζω κατά καιρούς.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

Πέτρος Μάρκαρης – Κατ’ εξακολούθηση

Υπάρχουν χαρακτήρες που πετάγονται μπροστά σου, χωρίς να έχεις υποπτευθεί ποτέ την ύπαρξή τους. Μοιάζουν μ’ εκείνους τους συγγενείς που ξεφυτρώνουν μια ωραία μέρα από το πουθενά και σου λένε: «εγώ είμαι ο ξάδερφος του πατέρα σου, που είχα φύγει είκοσι χρονώ στον Καναδά» …Κάπως έτσι εμφανίστηκε μπροστά στον Μάρκαρη (Κωνσταντινούπολη, 1937) και ο κεντρικός του χαρακτήρας, ο αστυνόμος Χαρίτος, συν γυναιξί και τέκνω, μια τυπική ελληνική οικογένεια οποιασδήποτε μικροαστικής συνοικίας. Κι έκτοτε «ζουν» μαζί, έχει καταφέρει το αδιανόητο (να τον κάνει συμπαθή), κι επειδή και ο πιο άχρωμος και άοσμος ήρωας χρειάζεται κάπου και μια «ρωγμή», στον Χαρίτο έδωσε δυο: Την εμμονή του με το Fiat 131 Mirafiori (που χόρτασε να βλέπει κατά την θητεία του στην Λιβύη όταν εργαζόταν στις εξαγωγές στα τσιμέντα «Τιτάν» στα μέσα των 70ς!) και τα λεξικά!

Ας μην επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει μια πατρίδα στον Μάρκαρη: αρμενική η καταγωγή, γερμανικά τα διαβάσματα λογοτεχνίας, θεάτρου και σκέψης, ελληνική η γλώσσα, άρα … Ποια πατρίδα, λοιπόν; Ένας εξελληνισμένος Αρμένης, και γερμανόθρεφτος πολίτης. Η Πόλη είναι το κοντινότερο σημείο στην έννοια πατρίδα που μπορώ να φτάσω. Ίσως αυτή η διαρκής φόρτιση να ευθύνεται, λέει, που δεν τόλμησε να γράψει τίποτα γι’ αυτήν, ίσως γι αυτό η μειονοτική Κωνσταντινούπολη της μνήμης, ξαναλέει, κληρονομήθηκε ως κλειστή μετεμφυλιακή επαρχιακή καταγωγή στον Χαρίτο.

Η εξομολόγηση του αγαπητού Μάρκαρη στο τραπέζι της κουζίνας του εργαστηρίου του δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει πλείστες κι ερεθιστικές σκέψεις για το αστυνομικό μυθιστόρημα που σήμερα είναι περισσότερο κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή, για την επιμονή του να ενδιαφέρεται λιγότερο για τον δολοφόνο και περισσότερο για τους μηχανισμούς υπέρβασης των ορίων μας, για την άλωσή του από αριστερούς συγγραφείς που το βρίσκουν ιδανικό πεδίο για πολιτική κριτική. Διαβάζοντας και συγκρίνοντας τους Ίαν Ράνκιν, Μανουέλ Βάσκεζ Μονταλμπάν, Χένινγκ Μάνκελ, Αντρέα Καμιλλέρι, Θοδωρή Καλλιφατίδη κ.ά. εντρυφεί στην σχέση των λογοτεχνικών μεσογειακών ντετέκτιβ με την κουζίνα (εντοπίζοντας φυσικά συγγενικές γαστριμαργικές καταβολές) αλλά και διαπιστώνει την παρουσία βασανισμών στους βόρειους συγγραφείς και την πλήρη έλλειψή τους στους ευρωπαίους νότιους. Μήπως αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι στις χώρες αυτές υπήρξε τόσο έντονη η παρουσία τους ώστε να μην θέλουν άλλο να τα αγγίξουν;

Ο Μάρκαρης παραδέχεται πως στη ζωή του πάντα έκανε ό,τι δεν ήθελε να κάνει και παραδόξως τα κατάφερνε καλά σε αυτό. Ακόμα και την δουλειά στην Τιτάν είδε θετικά, εφόσον του δόθηκε η ευκαιρία να βρεθεί σε Λιβύη, Συρία, Αίγυπτο, Τυνησία, Αλγερία, Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ. Μέχρι τα 58 του δεν τόλμησε να γράψει μυθιστόρημα επειδή προτιμούσε την απόλαυση της ανάγνωσης των άλλων [Σταντάλ, Φλωμπέρ, Ροθ, Όστερ], παρά την αφόρητη πλήξη της δικής του γρ/αφ/ήγησης. Άλλωστε είχε βρεθεί στην επικράτεια άλλων γραφών: θεατρικής και σεναριακής (υπήρξε βασικός σεναριογράφος των ταινιών του Αγγελόπουλου και της Ανατομίας ενός εγκλήματος). Μέχρι που ακολούθησαν οι καταιγιστικές μεταφραστικές (κορύφωση της οποίας η 5ετής ενασχόληση με την μετάφραση του Φάουστ) και συγγραφικές βουτιές.

Εκδ. Πατάκη, 2005, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 5], 197 σελ. συν 12σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής


Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και πρόσφατοι συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.

Δημοσίευση και στο mic.gr