Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 45


Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την Πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.
Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 41


Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

Στην Ρούλα Αλαβέρα

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 35


Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία το σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποια στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποια φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

Λογοτεχνείο, αρ. 39


Τζο Κόνελυ, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

Λογοτεχνείο, αρ. 33

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια , δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη

Λογοτεχνείο, αρ. 37

Pedro Zarraluki, Ο υπεύθυνος των βατράχων, εκδ. Σέλας, 1995, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 19 (El responsable de las ranas, 1990).

Καμιά φορά, Κυριακή πρωί, αφού διαβάζαμε τις εφημερίδες και σκάγαμε στην μύρα και στα κυδώνια της θάλασσας – και ειδικότερα αν είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα -, πηγαίναμε και φυτευόμαστε στον κήπο με τη στοιχειώδη μέθοδο, δηλαδή χώναμε τα πόδια μας στο χώμα, κλείναμε τα μάτια και μέναμε πολλή ώρα ακίνητοι. Θέλαμε μ’ αυτόν τον τρόπο να νιώσουμε ό, τι ένοιωθαν οι τριανταφυλλιές, κι η αλήθεια ήταν πως, αν περιμέναμε αρκετή ώρα, είχαμε την αίσθηση ότι κάτι παρατηρούσαμε. Όταν τελικά ξεθάβαμε τα πόδια μας, ήταν σαν να προκαλούσαμε την έκτρωση ενός μικροσκοπικού εμβρύου. Κάνοντάς το αυτό, διακόπταμε το λεπτότατο ρεύμα που εκπορευόταν από το εσωτερικό του πλανήτη και το οποίο συλλάμβαναν τα δάχτυλα των ποδιών μας. Εγώ το συνέκρινα με την ασθενική τάση του τηλεφωνικού καλωδίου, που γίνεται αισθητή μόνο με βρεγμένα χέρια. Η Λάουρα, ερμηνεύοντας κάπως ελεύθερα την θεωρία της εξέλιξης, έλεγε ότι τα πόδια είναι ρίζες που έχουν ατροφήσει. Κάτι τέτοια πειράματα μόνο στην ύπαιθρο γίνονται, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως μιας κολοκύθα σεβαστών διαστάσεων.

Στην Νατάσα Χατζιδάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 36


Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό, τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή


Λογοτεχνείο, αρ. 38


Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη, εκδ. Αστάρτη, 1990, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού,σ. 63 (Tahar Ben Jelloun, Jour de silence à Tanger, 1990).

Μερικές φορές αρκεί μια λέξη, μια χειρονομία, για να τον κάνουν καλό, συγκινητικό, ευτυχισμένο. Κατά βάθος, η κακία του είναι επιφανειακή∙ είναι καμωμένη από λέξεις και καλαμπούρια, και πολύ συχνά οι λέξεις ξεπερνούν τη σκέψη του. Ξέρει πως τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη θέλησή του. Τον προδίδουν, αλλά δεν παραπονιέται γι’ αυτό. Για εκείνον, δεν είναι παρά λέξεις, και οι άνθρωποι κάνουν λάθος όταν τις δέχονται σαν να ’ναι πέτρες ή βέλη. Ο λόγος τον γοητεύει γιατί του επιτρέπει να κάνει διανοητικές ακροβασίες. Όταν δεν μπορεί να επιδείξει τις γνώσεις του σχετικά με τα μπαχαρικά ή το ραφτικό του ταλέντο, παίζει με τις λέξεις, τις περισσότερες φορές σε βάρος των άλλων. Όταν υπερβάλλει, λέει πως έκανε λάθος στη δόση του μπαχαρικού. Αυτό τον κολακεύει, να’ χει χιούμορ και ειρωνεία. Δεν κάνει τίποτα για να προφυλάξει το εαυτό του από τις άσχημες κρίσεις. Δεν καταλαβαίνει γιατί οι άλλοι θυμώνουν όταν γίνονται θύματα των σαρκασμών του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Είναι ευτυχισμένος όταν το σπίτι του είναι γεμάτο καλεσμένους. Για να δείξει τη χαρά του ανάβει όλα τα φώτα. Δεν ξέρουμε αν είναι ευχαριστημένος επειδή έχει ένα κοινό για τα αστεία του ή επειδή νοιώθει κολακευμένος απ’ την παρουσία τους. Αν είναι απότομος με τις γυναίκες, σίγουρα είναι επειδή τις αγαπάει πολύ.

Στον Βασίλη Τσιαμπούση

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 31


Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη

Λογοτεχνείο, αρ. 32


Τζέιν Μπόουλς, Απλές απολαύσεις, εκδ. Απόπειρα, 1991, μτφ. Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, σ. 98-99 (Jane Bowles, Simple pleasures, 1946).

Μια βαθιά ψύχρα είχε σταθεί στα κόκαλά της, και ένιωθε σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε αυτή η αίσθηση είχε διαδεχθεί την προηγούμενη, ούτε της πέρασε από το μυαλό να το ερευνήσει, αλλά τώρα ένιωθε μία ανησυχία που βάραινε το στήθος της σαν πέτρα εκεί που πριν υπήρχε έντονο το συναίσθημα του ενθουσιασμού και της αναμονής. «Αισθάνομαι τόσο πεσμένη» είπε από μέσα της. «Σαν να παρακολουθώ την ίδια την κηδεία μου». Και δεν το είπε αυτό με πνεύμα υπερβολικής μελαγχολίας, όπως μερικοί άνθρωποι έχουν μάθει να κάνουν όταν δε βρίσκονται σε καλή διάθεση, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και με τη συνηθισμένη της παθητικότητα. Στην πραγματικότητα είχε αυτή την ταπεινή έκφραση που καθρεφτίζεται πολύ συχνά στα πρόσωπα των αρρώστων. (…)
«Αυτή η νύχτα δεν είναι ούτε γι’ ανθρώπους ούτε για ζώα» φώναξε προς την Σάντη, με τρόπο που φαινόταν ότι ηχούσε ταυτόχρονα εγκάρδιος και επιτηδευμένος. Δεν το έκανε για να την εντυπωσιάσει, αλλά για να την κρατήσει σε κάποια ασφαλή απόσταση.

Στην Έλενα Χουζούρη

Λογοτεχνείο, αρ. 33


Τζον Φάντε, Ρώτα τον άνεμο, εκδ. Απόπειρα, 1989/1994, μτφ. Τέος Ρόμβος, σ. 127-128 (John Fante, Ask the dust, 1939)

Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από φόβο; Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα ’ταν καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω παρά πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη. Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θα ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα συγκρατημένο γέλιο και θα ’ναι ήσυχη η αναμονή μες στη νύχτα και ένας απαλός φόβος για τη νύχτα θα απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει και όλοι οι οδηγοί μου, που τους παράτησα μες στην ονειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ’ τη στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα συγχωρεθώ γι’ αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμα και τη Βέρα Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισμα του Βολταίρου στη σκέψη μου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγμή, για ν’ ακούσω αυτό το γοητευτικό πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα μου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί που ανήκω, στη θάλασσα.

Στον Κοσμά Χαρπαντίδη

Λογοτεχνείο, αρ. 30

Έλιο Βιτορίνι, Σικελικοί διάλογοι, εκδ. Οδυσσέας, 1980, μτφ. Τατιάνα Νικολαΐδου, σ. 161-162 (Elio Vittorini, Conversazione in Sicilia, 1941)

Είναι τυχερός αυτός που διάβασε στα παιδικά του χρόνια. Και δυο φορές τυχερός αυτός που διάβασε βιβλία για τα χρόνια τα παλιά και για χώρες απ’ τα περασμένα, βιβλία ιστορικά, βιβλία για ταξίδια και το Χίλιες και μια νύχτες μ’ ένα δικό του τρόπο. Μπορείς να ξαναθυμηθείς ακόμα κι αυτό που διάβασες σα να το ’χες ας πούμε ζήσεις, κι έχεις μέσα σου την ιστορία των ανθρώπων και του κόσμου ολόκληρου, στην παιδική σου ηλικία, την Περσία στα επτά σου, την Αυστραλία στα οκτώ, τον Καναδά στα εννιά, το Μεξικό στα δέκα και τους Εβραίους της Βίβλου με τον πύργο της Βαβέλ, τον Δαβίδ το χειμώνα στα έξη σου χρόνια, χαλίφηδες και σουλτάνους κάποιο Φλεβάρη ή Σεπτέμβρη, το καλοκαίρι τους μεγάλους πολέμους με το Γουσταύο Αδόλφο και τ’ άλλα για τη Σικελία και την Ευρώπη, σε κάποια Τερανόβα, ή σε κάποιες Συρακούσες, ενώ κάθε νύχτα το τρένο περνούσε φορτωμένο στρατιώτες για ένα μεγάλο πόλεμο που είναι όλοι οι πόλεμοι.
Εγώ είχα την τύχη να διαβάσω πολύ σαν ήμουνα παιδί και στην Τερανόβα ή Σικελία ήταν και λίγο Βαγδάτη και λίγο Παλάτι των Δακρύων και λίγο κήπος με φοινικόδεντρα για μένα. Διάβασα το Χίλιες και μια νύχτες κι άλλα βιβλία , σ’ ένα σπίτι κάποιου φίλου του πατέρα μου γεμάτο σοφάδες και κορίτσια, κι από κει είναι που θυμάμαι το γυμνό της γυναίκας, καθώς απ’ τις σουλτάνες και τις οδαλίσκες, αναμφισβήτητο, βεβαιωμένο, καρδιά και νου του κόσμους.
«Ναι, ήξερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά πώς είναι φτιαγμένη μια γυναίκα σαν ήμουνα επτά χρονώ» είπα.

Στον Δημήτρη Πετσετίδη

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 27


Μπρους Τσάτουιν, Ανατομία του Αεικίνητου, από το κείμενο «Αυτός ο κόσμος ανήκει στους νομαδικούς νομάδες», εκδ. Χατζηνικολή, 1999, μτφ. Τάκης Κίρκης, σ. 117-119 (Bruce Chatwin, Anatomy of Restlessness, 1996).

Σε μια από τις πιο μαύρες στιγμές της ζωής του, ο Πασκάλ είπε πως όλη η δυστυχία του ανθρώπου ξεκινάει από ένα μοναδικό αίτιο, την αδυναμία του να παραμείνει ήσυχος μέσα σε ένα δωμάτιο. (…) Αλλαγή συρμού, τροφής, αγάπης και τοπίου. Αυτά τα χρειαζόμαστε όσο και τον αέρα που αναπνέουμε. (…) «Εκείνος που δεν ταξιδεύει δεν ξέρει την αξία των ανθρώπων», είπε ο Ιμπν Μπατούτα, ο ακάματος Άραβας ταξιδευτής που περπάτησε από την Ταγγέρη ως την Κίνα και γύρισε για το γούστο της περιήγησης. Αλλά το ταξίδι δεν ευρύνει απλώς το νου. Τον φτιάχνει. (…) Οι νόμοι της εξέλιξης όριζαν να γίνουμε ταξιδιώτες. Η παρατεταμένη εγκατάσταση είναι υπόθεση κάπου δέκα χιλιάδων ετών, μια σταγόνα στον ωκεανό του διαστήματος της εξέλιξης. Είμαστε εκ γενετής ταξιδιώτες. (…) Οι λίγοι «πρωτόγονοι» λαοί που απομένουν πια στις ξεχασμένες γωνιές της γης καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από μας αυτό το απλό γεγονός της ανθρώπινης φύσης. Βρίσκονται σε αέναη κίνηση. Τα χρυσοκαφετιά μωρά των άγριων κυνηγών του Καλαχάρι δεν κλαίνε ποτέ και συγκαταλέγονται στα πιο χαρούμενα νήπια του κόσμου.

Στον Μιχάλη Μοδινό

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 28

Εδουάρδο Γκαλεάνο, Το βιβλίο των εναγκαλισμών, από το κείμενο «Ο μικρός θάνατος», μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Κέδρος, 2001 (Eduardo Galeano, El libro de los abrazos, 1999), σ. 95.

Δεν μας χαρίζει γέλιο ο έρωτας, όταν φτάνει στα βάθη του ταξιδιού του, στα ύψη της πτήσης του: στα βάθη, στα ύψη, μας αποσπά βογκητά και στεναγμούς, φωνές πόνου, ακόμη κι αν είναι πόνος χαρούμενος, και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο, γιατί η γέννηση είναι μια χαρά που πονάει. Μικρό θάνατο αποκαλούν στη Γαλλία την κορύφωση του αγκαλιάσματος, που μας ενώνει θραύοντάς μας και μας σμίγει χάνοντάς μας και μας αρχίζει τελειώνοντάς μας. Μικρό θάνατο τον αποκαλούν∙ μέγας όμως, παμμέγιστος πρέπει να είναι, αν μας γεννάει σκοτώνοντάς μας.

Στον Αλέξη Καρατζά

Λογοτεχνείο, αρ. 25


Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος, Το τυφλοπούλι, εκδ. Οδυσσέας, 1991, μτφ. Πόλυ Μηλιώρη, σ. 59 -60 (Agustin Gomez Arcos, L’ aveuglon, 1990)

Το τράνταγμα του λεωφορείου βάραινε τα βλέφαρα. Ο Μαρουέκος λαγοκοιμόταν. Έτσι, θολά, συλλογιζόταν τις αμέτρητες ερωτήσεις, που έπρεπε να κάνε στο συγγενή του, τους διάφορους ανθρώπους που έπρεπε να συναντήσει, ώσπου να έρθει η μέρα, που θα μπορεί να ξεκλειδώσει το νόημα των λέξεων και να συνθέσει όλες εκείνες τις εικόνες, που οι τυφλές του κόρες του αρνούνταν. Είναι τόσο δύσκολο να φανταστείς τον κόσμο, όταν δε βλέπεις! Πώς να βρεις την έννοια αυτών των μυστηρίων – ανδρικό φύλο, ανοιχτές γυναικείες σάρκες, διακεκομμένο φως του φάρου, ορδές της κόλασης ­– στην αντανάκλαση, που στέλνει η αυγή μέσα από τον πυκνό σου καταρράκτη, στο νυχτερινό σκοτάδι, που ’ναι βαθύτερο κι από την ίδια σου την τύφλα; Σκεφτόταν αδιάκοπα. Ή μήπως και ονειρευόταν; Πώς να ξέρει, πότε η σκέψη γίνεται όνειρο και πότε τ’ όνειρο γίνεται σκέψη;
Μια γυναίκα με τατουάζ στα χέρια του έβαλε ένα μπογαλάκι κάτω απ’ το κεφάλι του, να μην πιαστεί απ’ τα τραντάγματα. Μερικών ανθρώπων οι κινήσεις μιλούν γι’ αγάπη.

Στην Ελένη Γκίκα

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 22

Joyce Mansour, Η Ιούλιος Καίσαρ, εκδ. Ρόπτρον, 1990, μτφ. Έκτωρ Κακναβάτος, σελ. 35 (Jules César, 1958)

Τα δίδυμα αναβλύζοντας ευτυχία πήγαιναν κάθε μέρα να κάνουν επίσκεψη στην παρθένα Λουκία. Εκείνη τα δεχόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο λέγοντας: «Πάλι εσείς; Μα τι θέλετε ακριβώς;». Και σηκωνόταν από τα βρύα, πιο γυμνή κι απ’ όσο ήταν το καλοκαίρι, ριγηλά τυλιγμένη μέσα σ’ ένα παλτό από άγρια αλεπού που άνοιγε στην παραμικρή κίνηση για ν’ αποκαλύψει το πρασινωπό κορμί της, ενώ οι μπούκλες των μαλλιών της φλογίζονταν. Τα δίδυμα την ποθούσαν μ’ όλη την κάψα της εφηβείας. Τους άρεσε να βλέπουν το κορμί της να διαλύεται αργά μες στο στάσιμο νερό των βάλτων× τους άρεσε να την κρατούν μπροστά τους καβάλα σαν θύμα και να καλπάζουν ώσπου το άλογο να πέσει εξαντλημένο× τους άρεσε να τη βρίσκουν ακίνητη σαν ζώο, με το κορμί λεκιασμένο από θλίψη, το πρόσωπο παθητικό κάτω απ’ το φλεγόμενο κεφάλι της, προσηλωμένη στους θορύβους της κόλασης. Έμαθαν να την χαϊδεύουν…

Στη Ζυράννα Ζατέλη

Λογοτεχνείο, αρ. 23

Τζούνα Μπαρνς, Το δάσος της νύχτας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, μτφ. Παναγιώτης Ι. Χατζηδάκης, σ. 113 (Djuna Barnes, Nightwood, 1936).

Η γυναίκα που παρουσιάζεται στο θεατή σαν μια «εικόνα» τακτοποιημένη μια για πάντα είναι ο υπέρτατος κίνδυνος για το στοχαστικό νου. Κάποτε συναντά κανείς μια γυναίκα που είναι θηρίο μεταμορφωνόμενο σε άνθρωπο. Κάθε κίνηση μιας τέτοιες ύπαρξης θα αναχθεί στην εικόνα μιας λησμονημένης εμπειρίας∙ στην οφθαλμαπάτη ενός αιώνιου γάμου, τη χαραγμένη στη φυλετική μνήμη∙ μια χαρά τόσο αβάσταχτη όσο θα ήταν και τ’ όραμα της αντιλόπης που κατεβαίνει μια αλέα, στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς και πέπλο νυφικό και με τη μια οπλή υψωμένη σε λιτή χειρονομία φόβου, βαδίζοντας μέσα στην αναρρίγηση της σάρκας που ετοιμάζεται να γίνει μύθος∙ όπως ο μονόκερως δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε στερημένο ζώο, αλλά ανθρώπινη πείνα που πιέζει το στήθος πάνω στη λεία της.
Μια τέτοια γυναίκα είναι ο μολυσμένος φορέας του παρελθόντος. Μπροστά της το κρανίο μας και τα σαγόνια μας πονούν – νοιώθουμε πως θα μπορούσαμε να τη φάμε, αυτή που είναι θάνατος φαγωμένος που επιστρέφει…

Στην Τζένη Μαστοράκη

Λογοτεχνείο, αρ. 24


Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσό μάτι, εκδ. Γράμματα, 1982, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ.80 - 81 (Carson McCullers, Reflections in a golden eye, 1941).

Και τότε έχοντας πια παραιτηθεί από τη ζωή άρχισε ξαφνικά να ζει. Μια μεγάλη τρελή χαρά τον πλημμύρισε. Ήταν κάτι που ήρθε το ίδιο απροσδόκητα όσο και το αφήνιασμα του αλόγου, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα, λες και βρισκόταν σε παραλήρημα, κι όμως τώρα έβλεπε καθαρότερα από ποτέ. Ο κόσμος ήταν έναν καλειδοσκόπιο, και καθεμιά από τις πολλές εικόνες που έβλεπε αποτυπωνόταν στο νου του με μια πυρωμένη ένταση. Κάτω στη γη, μισοθαμμένο μέσα στα φύλλα ξεπρόβαλε ένα μικρό λουλούδι, ένα εκθαμβωτικά λευκό κι εξαίσια δουλεμένο λουλούδι. Ο αγκαθένιος κώνος ενός πεύκου, το πέταγμα ενός πουλιού στο γαλανό ανεμοδαρμένο ουρανό, μια φλογισμένη ηλιαχτίδα μες στην πράσινη σκοτεινιά – ήταν σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά όλα αυτά. Ένιωθε τον καθαρό, τσουχτερό αέρα, το θαύμα του ίδιου του γεμάτου ένταση κορμιού του, την καρδιά του που πάσχιζε, το αίμα, τους μυς, τα νεύρα, τα κόκαλά του.

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνείο, αρ. 16


Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η ιστορία της Σονέτσκα, εκδ. Νεφέλη, 1995, μτφ. Ράνια Τουτουντζή, σ. 131-132.

Κυριακή του Πάσχα. Αργά το βράδυ. Εκμηδενισμένη από την αδιαφορία των ανθρώπων και των φίλων, από το κενό του σπιτιού μου και το κενό της καρδιάς μου (η Σονέτσκα είχε εξαφανιστεί, ο Βολόντια δεν ερχόταν), είπα στην Άλια: -Άλια, αφού οι άνθρωποι έχουν όλοι εγκαταλειφθεί από τους ομοίους τους όπως κι εμείς οι δύο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πάμε να προσκυνήσουμε το Θεό όπως οι επαίτες. Τέτοιοι άνθρωποι – υπάρχουν αρκετοί και χωρίς εμάς! Δε θα πάμε πουθενά, σε καμία εκκλησία, και δε θα υπάρξει «Χριστός Ανέστη» - θα πάμε οι δυο μας να ξαπλώσουμε – σαν τα σκυλιά! […]
Συνεσταλμένοι ή όχι, σαν τα σκυλιά ή όχι – γρήγορα ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι – το παλιό κρεβάτι της τροφού, γιατί τότε ζούσαμε μέσα στην κουζίνα…

Στον Γιώργο Τσακνιά.